Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

5. Τα δημοτικά τραγούδια των Πομάκων

Η σημασία των δημοτικών τραγουδιών για τη μελέτη του παραδοσιακού πολιτισμού των Πομάκων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς αυτά διατηρούν αρχαϊκούς γλωσσικούς τύπους και αναφορές σε γεγονότα και έθιμα που τείνουν να εξαφανιστούν. Επιπλέον, τα μηνύματα που μεταδίδονται μέσα από τα τραγούδια παραπέμπουν σε μια βαθιά ριζωμένη ιστορική μνήμη που οι Πομάκοι ανακαλύπτουν ξανά, συνήθως σε ιδιωτικό επίπεδο, μέσα από την εκτέλεση των τραγουδιών αυτών. Αυτό που οι απλοί λαϊκοί τραγουδιστές μοιάζει να αισθάνονται τραγουδώντας τα παλιά τραγούδια είναι ότι μοιράζονται με τους συγγενείς και τους φίλους τους μια κοινή εμπειρία από στιγμές της ζωής που σχετίζονται με τη γέννηση, τη δουλειά, τον πόνο, την αρρώστια, τον πόλεμο, τον έρωτα, το θάνατο.
Τα βασικότερα μουσικά όργανα που συνόδευαν τα τραγούδια των Πομάκων ήταν το topán (νταούλι), η pishtélka (φλογέρα), ο tsiftlemé (διπλός αυλός), το kavál (καβάλι), η γκάιντα, το saz (είδος μπουζουκιού). Όμως το πιο δημοφιλές όργανο ήταν η pishtélka. Το μήκος της μπορεί να ποικίλλει από 15 μέχρι 85 εκατοστά. Η εσωτερική επιφάνεια πρέπει να είναι λεία με ομοιόμορφη διάμετρο. Οι φλογέρες από καλάμι κατασκευάζονται πιο εύκολα αλλά πρέπει να χρησιμοποιούνται μεγάλα καλάμια με μεγάλη απόσταση από ρόζο σε ρόζο. Ιδιαίτερα δημοφιλές όργανο ήταν και η γκάιντα.
Αν επιχειρούσε κανείς μία ταξινόμηση των παραδοσιακών τραγουδιών των Πομάκων θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις κατηγορίες που έχουν προταθεί και για τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Έτσι, συναντάμε τραγούδια της αγάπης, νυφιάτικα, της ξενιτιάς, μοιρολόγια, νανουρίσματα, γνωμικά, περιγελαστικά, παραλογές, ιστορικά, κλέφτικα, τραγούδια της δουλειάς και της αρρώστιας. Ως έκφραση των συναισθημάτων των ανθρώπων, τα πομάκικα τραγούδια καθρεφτίζουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής: τη γέννηση, τη χαρά, την αγάπη, τον πόνο, το θάνατο. Όπως συμβαίνει γενικότερα με την δημοτική ποίηση, τα τραγούδια τα στιχούργησαν πρώτα συγκεκριμένοι απλοί άνθρωποι (βοσκοί, γεωργοί, τεχνίτες, γυναίκες την ώρα της δουλειάς ή της γιορτής κ.λ.π.) με ξεχωριστό ποιητικό και μουσικό ταλέντο. Αλλά, από τη στιγμή που κοινοποίησαν το τραγούδι τους στους συγχωριανούς τους, αυτό μεταβλήθηκε σε κτήμα της κοινότητας. Σιγά σιγά το κάθε τραγούδι, σαν εύπλαστο υλικό, περνώντας από στόμα σε στόμα, διαμορφώνονταν τόσο μορφολογικά όσο και ηχητικά. Η κοινωνική λειτουργία των τραγουδιών φαίνεται και από τους χώρους όπου κυρίως τραγουδιόταν: το καφενείο, το ξενύχτι, την πλατεία του χωριού στο μπαϊράμι. Το γεγονός πως πολλά τραγούδια είναι συνυφασμένα με την εργασία του καπνού (βελόνιασμα, παστάλιασμα κ.λ.π.) τα καθιστά ένα τρόπο ανακούφισης από τη μονότονη δουλειά. Από την άλλη πλευρά δίνει στη δουλειά την κοινωνική της διάσταση. Yπήρχαν και τραγούδια συνυφασμένα με συγκεκριμένες γιορτές, όπως το Εντρελές:

Momínko málko kámatna
Púshta li habér mómamne
Mómamne, marí, mládamne?
Yútre e Hidreles.
Lûlkino stóriho.
Hasán ye kópeli agá
Hasán she mómine da lülé
Hasán she pésnete da paé
Hasán she vínona da pye.
Sónseta pésne da paé
Sek she kîtki da mu dadé.

Κοριτσάκι μικρό, όμορφο
Ειδοποίησες τα κορίτσια
Τα κορίτσια, μαρή, και τα παλικάρια;
Αύριο έχουμε Χιντρελές.
Κούνιες φτιάξανε.
Ο Χασάν είναι ο αγάς (ο διοργανωτής)
Ο Χασάν τα κορίτσια θα κουνήσει
Ο Χασάν τα τραγούδια θα πει
Ο Χασάν το κρασί θα πιει.
Το τελευταίο τραγούδι που θα πιει
Όλοι λουλούδια θα του δώσουνε.

Σε αρκετά πομάκικα τραγούδια υπάρχουν ιστορικές αναφορές σε γεγονότα που έχουν ξεχαστεί. Στην αναπαραγωγή των τραγουδιών τόσο οι ίδιοι οι τραγουδιστές όσο και το ακροατήριό τους αδυνατούν να κατανοήσουν ακριβώς τους στίχους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του τραγουδιού Kukavíchkana kukóva (Ο κούκος λαλεί) το οποίο αναφέρεται σε κάποιον από τους ρωσο-τουρκικούς πολέμους, όπου οι Πομάκοι στρατολογούνταν από τους Οθωμανούς για να πολεμήσουν εναντίον των Ρώσων. Παραθέτουμε το τραγούδι όπως το κατέγραψε ο Ριτβάν Καραχότζα από το λαϊκό τραγουδιστή Μουσταφά Αχμετσίκ στη Σμίνθη:
- Kúkavichkana kukóvaFaf náshono dólne gradínoNa chervénono kalíno.Ízlezi, máyko, póslushïKakvóf mi habér kázava:Dalí she bólan da lézhomÍli she bólneh da glôdom?- Sînole máychin, sînoleDa ’télkus si so razbírom Habéren kázava, sînoleNéma ni bólan da lezhîshNéma ni bólneh da glôdashAm she na haskér da ídeshDevlétü izmét da právishMaskófu karshí da sedíshSas yóchi Stamból da glôdashFaf rókï sultán da darzhîshSas nógï talím da právish.- Máychinko, móye máychinkoYa she da ídom máychinkoSevdóyne habér da kázhomTa she na haskér da vórvem.- Vórvi mi, vórvi, yunácheI ya she sas tébe da dóydomKóncheno da ti póvademSilâhon da ti pónasemBayrâkon da ti pódarzhom.Yegî so lûbe umaríshSénchitso she ti úgrademS’ móyeso si férejö.Yegî so lûbe zaznayíshZnayáte she ti ósuchemS’ móyeso ténko dülbénche.
- Ο κούκος λαλεί
Στη δικιά μας κάτω αυλή
Πάνω στην κόκκινη ροδιά.
Βγες, μάνα, άκουσε
Τι μήνυμα μου φέρνει:
Μήπως άρρωστος θα ξαπλώσω
Ή μήπως άρρωστους θα κοιτάξω;
- Γιόκα μου, της μανούλας σου γιόκα,
Τόσο εγώ καταλαβαίνω
Το μήνυμα λέει, γιε μου
Ούτε άρρωστος θα πέσεις
Ούτε αρρώστους θα κοιτάξεις
Αλλά στο στρατό θα πας
Στο κράτος υπηρεσία να κάνεις
Στους Μοσχοβίτες ενάντια να σταθείς
Με τα μάτια την Πόλη να κοιτάς
Στα χέρια το σουλτάνο να κρατάς
Με τα πόδια βηματισμό να κάνεις.
- Μανούλα, δικιά μου μανούλα
Εγώ θα πάω μανούλα
Στην αγάπη μου την είδηση να πω
Ότι στο στρατό θα πάω.
- Πήγαινε, πήγαινε, παλικάρι μου
Κι εγώ μαζί σου θα έρθω
Το άλογο να σου συνοδεύσω
Το τουφέκι να σου κουβαλήσω
Τη σημαία να σου κρατώ.
Εάν, αγάπη μου, κουραστείς
Σκιούλα θα σου κάνω
Με το δικό μου φερετζέ
Εάν, αγάπη μου, ιδρώσεις
Τον ιδρώτα θα σου σκουπίσω
Με τη δική μου λεπτή μαντίλα.
Στην αναπαραγωγή αυτού του δημοφιλούς τραγουδιού, οι μνήμες του ρωσοτουρκικού πολέμου είναι μακρινές και δεν προσδιορίζονται χρονικά. Αυτό που φαίνεται να ενδιαφέρει δεν είναι το πώς/πού/πότε, αλλά η ίδια η επιτέλεση του τραγουδιού σε ένα άχρονο παρόν, ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Τα παρεμφερή τραγούδια με θέμα τη στρατολόγηση Πομάκων συχνά θίγουν το θέμα του αντίκτυπου που είχε η υποχρεωτική στρατολόγηση των Πομάκων στις οικογενειακές τους σχέσεις. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το επόμενο, που προέρχεται επίσης από το προσωπικό αρχείο του Ρ.Καραχότζα, τον οποίο και ευχαριστούμε:
Alíye, lûbe, Alíye,F’ Chetvórtak ti be svádbataYot Pôtak ti habér dapánna:«Alí she haskér da varví»Stána so Alí zazbíraZbíra so Alí, tórnavaAlí si kónen kovâshoMáyka mu nógo darzháshoSestrá mu silâha darzhásho.- Alíye, lûbe, Alíye,Kutrómu si méne yostáveshChórnïse óchi da pláchetBâlkoso lítse da véneTénkoso snáshko da shóne?- Yostávem si to, yostávemVaz móye máyko da sedíshMáytsi izmét da právish
- Αλή, αγάπη μου, Αλή,
Την Πέμπτη ήταν ο γάμος σου
Από την Πέμπτη μήνυμα σου έχει έρθει:
«Ο Αλή στο στρατό θα πάει».
Σηκώθηκε ο Αλή, ετοιμάστηκε
Ετοιμάστηκε ο Αλή ξεκίνησε
Ο Αλή το άλογο πετάλωσε
Η μάνα του το χέρι του κρατούσε
Η αδελφή του το τουφέκι κρατούσε.
- Αλή, αγάπη μου, Αλή,
Σε ποιον εμένα με αφήνεις
Τα μαύρα μάτια μου να κλαίνε
Το λευκό μου πρόσωπο να σβήνει
Το λεπτό μου κορμί να μαραίνεται;
- Σε αφήνω, σ’ αφήνω
Με τη μάνα μου να κάθεσαι
Στη μάνα υπηρεσία να κάνεις.

Σε άλλα σχετικά τραγούδια η είδηση της στρατολόγησης αναγγέλλεται από μία κουκουβάγια ή από ένα μαυροπούλι. Αλλού, ένα κορίτσι παρακαλεί τη μητέρα του να μην την παντρέψει με κάποιο νέο που πρόκειται να φύγει στρατιώτης, για να μην υποφέρει από μοναξιά. Η γυναίκα που δεν έχει μάθει νέα από τον αγαπημένο της που πήγε φαντάρος τραγουδάει το μεγάλο πόνο της. Όμως, μόλις ο αγαπημένος της γυρίσει, μετά από μία τρίχρονη θητεία, τρέχει με χαρά να τον συναντήσει και μάλιστα κρυφά από τους γονείς της. Σε κάθε περίπτωση ο πόλεμος χαράζει βαθιά τα σημάδια του στη συλλογική μνήμη των Πομάκων.
Άλλο ένα τραγούδι από το χωριό Προσήλιο, καταγεγραμμένο και αυτό από το Ρ.Καραχότζα, έχει ανάλογο περιεχόμενο, καθώς μας δείχνει με πόση ζωντάνια επιβιώνουν ακόμα και σήμερα στη λαϊκή μνήμη οι σκηνές των πολέμων, ανεξάρτητα από το αν αναφέρονται σε μακρινά συμβάντα:
- Káchi so, káchi, yem marí, na vïrsh kullônoDa si so rázgli, yem marí, nah chétri stránïDa si mi vídish, yem marí, kutrí ye dashlól.- Túrtsin ye dashlól, habér kázavaTúrtsi so bíyet, yem marí, Túrtsi s’ MaskófonTópye so púshta, yem marí, sábye so lôskaKürshûne letôt, yem marí kákta gredúshkaKïllîchye so máhka, yem marí, korftá so léykaYunátsi bródet, yem marí, da póves gi fátaKónyeno bródet, yem marí, da zengínyeno gi fáta.
- Ανέβα, ανέβα, μαρή, πάνω στον πύργο Να αγναντέψεις, μαρή, στις τέσσερις πλευρές για να μου δεις, μαρή, ποιος έχει έρθει. - Τούρκος έχει έρθει, μήνυμα δείχνει: Οι Τούρκοι σκοτώνονται, μαρή, με τους Ρώσους Μπάλες κανονιών ρίχνουν, μαρή, σπαθιά αστράφτουνΣφαίρες ρίχνουν, μαρή, σαν το χαλάζι Σπαθιά ανεμίζουν, μαρή, το αίμα χύνεται Παλικάρια βουτάνε, μαρή, μέχρι τη ζώνη τα πιάνει Άλογα βουτάνε, μαρή, μέχρι τον αναβατήρα τα πιάνει.
Ιδιαίτερα αγαπητό στους Πομάκους της Ελλάδας είναι το τραγούδι «Τα τρία αδέλφια», που αποτελεί μία από τις παραλλαγές του τραγουδιού για το «Γεφύρι της Άρτας». Ο Μητσάκης παραθέτει τις παραλλαγές από τη Μύκη,τις Σάτρες και το Ωραίον. Έχουν επίσης δημοσιευτεί οι παραλλαγές από τη Γλαύκη και από τη Σμίνθη. Παραθέτουμε παρακάτω την παραλλαγή του τραγουδιού από το χωριό Άσκυρα του Ν.Ξάνθης όπως την ηχογραφήσαμε στις 20-7-2003 από το Φεράτ Αλή Αφέντη, ο οποίος είναι ο ίδιος γκαϊντατζής και ο τελευταίος παραδοσιακός κατασκευαστής γκάιντας στα πομακοχώρια της Ξάνθης. Η παραλλαγή αυτή, η αρτιότερη απ’ όσες έχουν εκδοθεί, ενσωματώνει ποιητικά τα κυρίαρχα μοτίβα των καταγεγραμμένων παραλλαγών, αλλά έχει περισσότερη ευαισθησία και τραγικότητα:

Trimína brátye gráda gradého
Néskom yo grádöt vécher sa túri.
Sádnaa brátye da so zdumóvot, da sa spítovοt.
- Brátyele, brátye, trimínka brátye,
Néskom yo grádime vécher so túri.
Kurbáne íshte kurbáne shtem hi díme.
Brátyele, brátye, trimínka brátye,
Kómune dóyde pórvono lûbe
Ránko sabáhlayn progímko da donése.
Néye shte vgrádime sredé temélien
Sredé temélien, sredé gradónam.
Zadála so yo, podála so yo
Náy malkomúne, náy míchkomune
Hyurké kadóna Stabúl gelína.
Sas róko i máhna nadzát so vórni
S’ yóko i mîgna nadzát so vórni.
- Koláy gelévu, trimína brátye!
- I Alláh razóla Hyurké kadóna!
- Yóti mi pláchesh pórvichko lûbe?
- Kak da ne pláchom Hyurké kadóna?
Yizgubíl si sam srébaran pórsten sredé temélien
Yizgubíl si som teléno chévryo sredé gradóno.
- Ne móy mi pláka, pórvichko lûbe
Shte mu da namérime sredé temélien srébaran pórsten
Shte mu da namérime sredé gradóno téleno chévryo.
Vasúka mu so vasprióti mu so Hyurké kadóna
Da si mu íshte srébaran pórsten
Srébaran pórsten, téleno chévryo.
- Brátyele brátye, trimínka brátye
Fatáyte yo, vgradáyte yo
Sredé temélien, sredé gradóno.
- Brátyele brátye i púsnite mo!
Ímom si déte i máchko mi yo
I máchko mi yo i razvíko mi yo
Razvíko mi yo, gládanko mi yo.
- Mólchi mi mólchi, pórvichko lûbe!
S’ róko ti máhna nadzát so vórni
Tï mi so yéshkom po nabarzhévash.
S’ yóko ti mîgna nadzát so vórni
Τi mí so i yéshkom po natarchévash.
- Υe si mi réka za vódo zagoréte.
Υe si mi réka gládnï yostánate.
- Mólchi mi mólchi pórvichko lûbe
Ye shte mu náydem drúgo maychínko, te shte go póviye.
Ye shte mu náydem drúchko maychínko, te shte go zahráni
Te shte mu stóri lyulchínko i te shte ma zalülé
I to shte da réche «Te si mo máyka i zalülé».

Τρία αδέλφια τοίχο χτίζανε
Τη μέρα τον χτίζουν το βράδυ γκρεμίζεται.
Κάθονται τα αδέλφια να συζητήσουν, να κουβεντιάσουν.
- Αδελφάκια μου, αδέλφια, τρία αδέλφια
Τη μέρα το χτίζουμε το βράδυ γκρεμίζεται
Θυσία θέλει, θυσία θα του κάνουμε.
Αδελφάκια μου, αδέλφια, τρία αδέλφια
Όποιου του έρθει η πρώτη αγάπη
Νωρίς το πρωί πρωινό να φέρει
Αυτή θα εντοιχίσουμε στη μέση του θεμέλιου
Στο μεσαίο θεμέλιο, στη μέση του τοίχου.
Ξεκίνησε, ξεπρόβαλε
Του πιο μικρού, του μικρότερου
Η όμορφη Χιουρκέ, νύφη από την Πόλη.
Με το χέρι τής έγνεψα πίσω να γυρίσει
Το μάτι τής έκλεισα πίσω να γυρίσει.
- Καλή ευκολία, τρία αδέλφια!
- Ο Θεός μαζί σου, όμορφη Χιουρκέ!
- Γιατί μου κλαις, πρώτη μου αγάπη;
- Πώς να μην κλαίω, όμορφη Χιουρκέ;
- Έχασα το πολύτιμο δαχτυλίδι στη μέση του θεμέλιου
Έχασα συρματοκέντητη μαντίλα στη μέση του τοίχου.
- Μη μου κλαις, πρώτη μου αγάπη
Θα σου βρούμε μέσα στο θεμέλιο το μεσαίο δαχτυλίδι
Θα σου βρούμε μέσα στον τοίχο τη συρματοκέντητη μαντίλα.
Το μανίκι σήκωσε, το φόρεμα σήκωσε η όμορφη Χιουρκέ
Για να ψάξει να του βρει το μεσαίο δαχτυλίδι
Το μεσαίο δαχτυλίδι τη συρματοκέντητη μαντήλα
- Αδελφάκια, αδέλφια, τρία αδέλφια
Πιάστε την, εντοιχίστε την
Στη μέση του θεμέλιου, στη μέση του τοίχου.
- Αδελφάκια, αδέλφια, αφήστε με!
Έχω παιδί και μου είναι μικρό
Μου είναι μικρό και μου είναι αφάσκιωτο
Μου είναι ξεσκέπαστο, μου είναι πεινασμένο.
- Σώπα μου, σώπασε, πρώτη μου αγάπη!
Με το χέρι σου έγνεψα πίσω να γυρίσεις
Εσύ ακόμα πιο πολύ επιτάχυνες.
Το μάτι σου έκλεισα πίσω να γυρίσεις
Εσύ ακόμα πιο πολύ βιάστηκες.
- Nόμιζα πως μου είπες ότι για νερό διψάτε.
Νόμιζα πως μου είπες ότι πεινασμένοι μείνατε.
- Σώπα μου, σώπασε πρώτη μου αγάπη
Θα του βρω άλλη μανούλα, αυτή θα το φασκιώσει
Θα του βρω άλλη μανούλα, αυτή θα το ταΐσει
Αυτή θα του κάνει μικρή κούνια κι αυτή θα το κουνήσει
Κι αυτό θα πει: «Αυτή είναι η μάνα μου που με κουνάει».

Στις πομακικές παραλλαγές από την ελληνική Ροδόπη του τραγουδιού για τον εντοιχισμό της γυναίκας του πρωτομάστορα στο γεφύρι οι μαστόροι είναι μόνο τρεις και το κορίτσι ονομάζεται Γιουρκέ. Στην παραλλαγή των Σατρών ο άντρας της Γιουρκέ ονομάζεται Μανόλης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κλείσιμο της παραλλαγής από το Ωραίον (αλλά και των παραλλαγών από το Ούστοβο και το Πέτκοβο), όπου, καθώς ρίχνουν πέτρες και ξύλα για να εντοιχίσουν τη Γιουρκέ στο γεφύρι, της αφήνουν έξω το δεξί χέρι και το αριστερό στήθος για να μπορεί να θηλάζει το μικρό παιδί της. Η μεγάλη διάδοση του τραγουδιού (μεγαλύτερη απ’ ότι στη βουλγαρική Ροδόπη) σε όλα τα πομακοχώρια της Ξάνθης αλλά και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των παραλλαγών της περιοχής Ξάνθης δείχνουν εγγύτητα με την ελληνική παράδοση, όπως έχει επισημάνει και ο Μητσάκης, ο οποίος μάλιστα εντοπίζει την ύπαρξη αρχαϊκών μοτίβων στις πομακικές παραλλαγές.
Μια ενδιαφέρουσα κατηγορία πομάκικων δημοτικών τραγουδιών είναι και τα παιδικά τραγούδια. Το ακόλουθο παιδικό τραγούδι από την περιοχή Μύκης προσομοιάζει εκπληκτικά με το κλιμακωτό παραμύθι «Ο Θοδωρής και το κουδούνι του»:

Púkni so yéitse
‘Ogri slóntse
Za dechínki
Za pilchínki.
- Kadé e máykati?
- Zad vratáta
- Kadé sa vratáta?
- Brádvata gi sachéka
- Kadé e brádvata?
- Rékata anésa.
- Kadé e rékata?
- Vólovete e ispího.
- Kadé so vólovete?
- Na barchínono pasót zeléno trâvo.
- Kadé e barchínono?
- Ógne e izgoré.
- Kadé e ógne?
- Stánava pépel.
- Kadé e pépel ?
- Véter go razdú.

Σκάσε αυγό
Λάμψε ήλιε
Για παιδάκια
Για πουλάκια.
- Πού είναι η μάνα σας;
- Πίσω από την πόρτα.
- Πού είναι η πόρτα;
- Το τσεκούρι την έκοψε.
- Πού είναι το τσεκούρι;
- Το ποτάμι το πήρε.
- Πού είναι το ποτάμι;
- Τα βόδια το ήπιαν.
- Πού είναι τα βόδια;
- Σε ψηλό βουνό βόσκουν πράσινο χορτάρι.
- Πού είναι το βουνό;
- Το έκαψε η φωτιά
- Πού είναι η φωτιά;
- Έγινε στάχτη.
- Πού είναι η στάχτη.
-Ο αέρας τη σκόρπισε.

Εκτός από την ομοιότητα με το κλιμακωτό παραμύθι που αναφέρθηκε, το τραγουδάκι αυτό παραπέμπει αναπόφευκτα στο ελληνικό παιδικό δημοτικό τραγούδι: «Ντίλι, ντίλι το καντήλι», όπου «ο κυνηγός / σκότωσε το λύκο / που έφαγε το βόδι / που ρούφηξε το ποτάμι / που ’σβησε τη φωτιά / που έκαψε το ξύλο / που σκότωσε το σκύλο / που έπνιξε τη γάτα / που έφαγε τον ποντικό / που πήρε το φιτίλι / μεσ’ απ’ το καντήλι / που έφεγγε και κένταγε / η κόρη το μαντίλι». Ο συσχετισμός είναι αναπόφευκτος και ο δανεισμός των μοτίβων πασιφανής.
Η κλιμακωτή δόμηση έχει μορφολογικά αλλά και νοηματικά χαρακτηριστικά. Και το παρακάτω τραγούδι, που κατέγραψε στη Σμίνθη ο Ρ.Καραχότζα, έχει κλιμακωτή εξέλιξη. Η μνεία του ποταμού Δούναβη δηλώνει πιθανότατα τη βορειότερη προέλευσή του.
Kalínka ye tsvät tsvetílaTsvät tsvetíla, rot radílaAd rot so ye nakrivílaAd vórshyeno rasá rasíAd véychinkï kápkï kápetAd dónono Túna techéDa kray Túno momá sedíPlítkï yi bého faf vadónoZglâva yi so smok so vyeSmok so vye, smok so razvíva.
Η ροδιά έβγαλε άνθη
Έβγαλε άνθη, γέννησε καρπούς
Από τους καρπούς έγειρε
Από τα κλαριά δροσιά δροσίζει
Από τα κλαδάκια σταγόνες πέφτουν
Από τη ρίζα ο Δούναβης τρέχει
Στην άκρη του Δούναβη κορίτσι κάθεται
Οι πλεξούδες της ήταν μέσα στο νερό
Της φαίνεται πως φίδι στρίβει
Φίδι στρίβει, φίδι ξετυλίγεται.

Η εικόνα του κοριτσιού που κάθεται στην άκρη στο ποτάμι είναι χαρακτηριστικό μοτίβο πολλών πομάκικων τραγουδιών. Αντίστοιχες περιγραφές έχουμε στο τραγούδι Mómka sédi na kráy réko (Κορίτσι κάθεται στην άκρη στο ποτάμι) από τα Άσκυρα, με περισσότερο πένθιμο ύφος. Από τα Άσκυρα είναι και το ακόλουθο πρωτοεκδιδόμενο τραγούδι που καταγράψαμε από το Φεράτ Αλή Αφέντη και ξεκινάει επίσης με τρόπο κλιμακωτό:

Ízlezi, Sélmyo, pógledni
Pris kidé varví Yalío.
Sívo sishtá dakárasho
Zálne kavále svíresho
Kaválon pésnyo péyesho
Pésnena dúma dúmesho:
- Selmínko, móye sevdínko
Zhéni li to shte máykati?
- Zhéni mo máyka ne zhéni
Léy tébe mo máyka ne dáva
Léy ye to samá ne ráchom.
- Selmínko, móye sevdínko
Rachísh mo Sélmio i ne rachísh?
Bári mi kîtko próvodi
Yotvón na vórha zélene
Yútri na tséshme studéni.

Βγες Σελμιέ και κοίτα
Πού κοντά πηγαίνει ο Αλή.
Γκρίζο μουλάρι έφερνε
Λυπημένο καβάλι σφύριζε
Το καβάλι τραγούδι τραγουδούσε
Το τραγούδι λόγια έλεγε:
- Μικρή Σελμιέ, αγαπούλα μου
Σε παντρεύει η μάνα σου;
- Με παντρεύει η μάνα μου, δε με παντρεύει
Ούτε σε σένα η μάνα μου με δίνει
Ούτε εγώ η ίδια δε θέλω.
- Μικρή Σελμιέ, αγαπούλα μου
Με θέλεις, Σελμιέ, ή δε με θέλεις;
Τουλάχιστον λουλούδι στείλε μου
Έξω από τον πράσινο βράχο
Αύριο στις κρύες βρύσες.

Βαθμιδωτή δόμηση παρατηρούμε και σε ορισμένα πομάκικα νανουρίσματα, τα οποία διαποτίζονται από ηρεμία, τρυφερότητα και μητρική αγάπη. Ακολουθεί ένα τέτοιο νανούρισμα από την περιοχή Κιμμερίων:

Momá ye mómo rodíla
F’ yélenko mendíl povíla
Léltvo mo lûlko storíla
Áni mi, néni deténtsi.
Dobré bubáyka da náydeme
Ánimi néni deténtsi.

Κορίτσι κορίτσι γέννησε
Σε βυσσινί μαντήλα το τύλιξε
Πλαγιαστή κούνια του έφτιαξε
Νάνι μου, νάνι, παιδάκι.
Καλά τον πατέρα να βρούμε
Νάνι μου, νάνι, παιδάκι.

Αν όμως τα νανουρίσματα ξεχειλίζουν από τρυφεράδα και ηρεμία, τα τραγούδια της αρρώστιας και του θανάτου μεταφέρουν όλη την πίκρα από τις δυσκολίες της ζωής. Είναι και αυτά αφηγηματικά τραγούδια με αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Η Ραφιέ, η Νουριέ, η Φίζα, είναι νέα κορίτσια που αρρωσταίνουν. Ο χάρος τις γυροφέρνει κι οι δικοί τους υποφέρουν στο πλάι τους. Τα τραγούδια μοιάζουν να φτιάχτηκαν σαν ένας τρόπος να ξορκιστεί το κακό ή σαν ξέσπασμα λυγμού από τους συγγενείς των κοριτσιών. Στην περίπτωση των αφηγηματικών τραγουδιών έχουμε ανθρώπινες ιστορίες με έντονες εναλλαγές και ιδιαίτερη φόρτιση. Τα περισσότερα συνδέονται με συγκεκριμένες ιστορίες αγάπης που έχουν όμως έντονη δράση και συχνά βίαιο τερματισμό. Γενικότερα στα πομάκικα τραγούδια της αγάπης κυρίαρχος είναι ο ρόλος της μάνας. Η έννοια της μάνας εμφανίζεται πάμπολλες φορές με διάφορους γλωσσικούς τύπους (máyka, máyko, máykole, máylele, máyche, máychimko). Τα κορίτσια εκμυστηρεύονται τον κρυφό τους έρωτα πρώτα στη μητέρα τους. Εκείνη τις συμβουλεύει. Όμως και το αγόρι μπορεί να ζητήσει τη συμβουλή της μάνας του για το πώς να αγαπάει. Στα νυφιάτικα τραγούδια παρουσιάζονται επίσης διάφορες εκφάνσεις του γάμου ως κοινωνικής πράξης στην παραδοσιακή κοινωνία των Πομάκων, καθώς ο γάμος αποτελεί σημαντικό σταθμό στη ζωή τους. Όταν η ώρα του γάμου φτάνει, οι προετοιμασίες στην οικογένεια φουντώνουν. Ετοιμάζονται τα προικιά, χαλιά, μαξιλάρια, ρούχα, το σπίτι βάφεται και επιδιορθώνεται για τη μεγάλη στιγμή.
Στα δημοτικά τραγούδια της Ροδόπης επαναλαμβάνονται σταθερά ορισμένα κυρίαρχα μοτίβα. Για παράδειγμα, η έννοια της λευκότητας επανέρχεται, αντιπροσωπεύοντας την κοριτσίστικη ομορφιά αλλά και την αγνότητα, την καθαριότητα. Από την άλλη πλευρά, το μαύρο χρώμα αναφέρεται συχνά στα μαύρα μαλλιά, στα μαύρα μάτια, στα μαύρα κεράσια, στο μαύρο χώμα, στα σταφύλια, τα άλογα, την ακακία, τα παπούτσια. Εκφράζει επίσης τη δυστυχία, τη μαύρη στενοχώρια, ενώ τα μαύρα πουλιά είναι προάγγελοι κακών ειδήσεων. Πολλές εικόνες των τραγουδιών είναι παρμένες από τη φύση. Μας ταξιδεύουν σε καταπράσινα λιβάδια, ακούμε τους ήχους του νερού, βλέπουμε ανθρώπους να ξεπροβάλλουν μέσα από τα δένδρα. Από μορφολογική άποψη, ένας από τους "νόμους" της Ελληνικής δημοτικής ποίησης, ο "νόμος των τριών" βλέπουμε να λειτουργεί και στα πομάκικα τραγούδια. Με τη βαθμιδωτή κλιμάκωση της έντασης σε τρία στάδια, ο ακροατής οδηγείται κατ' ευθείαν στο κέντρο του ποιητικού στόχου. Επίσης, η ύπαρξη λεκτικών κρίκων μέσα στα τραγούδια από τη μια διευκολύνει την απομνημόνευσή τους και τη μετάδοσή τους από στόμα σε στόμα και από την άλλη κάνει τις εικόνες πιο δυνατές, πιο καταλυτικές.
Η μουσική κληρονομιά της ελληνικής Ροδόπης έχει πολλές ομοιότητες με τη μουσική του βουλγαρικού τμήματος τόσο από μουσική/ρυθμική όσο και από ποιητική/γλωσσική άποψη. Σημαντική διαφορά υπάρχει ως προς τη σύγχρονη λειτουργία της παραδοσιακής μουσικής της Ροδόπης στις δύο χώρες: οι Πομάκοι της Βουλγαρίας εκδηλώνουν με υπερηφάνεια την αγάπη τους στα παραδοσιακά τους τραγούδια και τα καλλιεργούν με πολλά μουσικά φεστιβάλ. Αντίθετα οι Πομάκοι της Ελλάδας μοιάζουν να έχουν μια ασαφή στάση (αγάπης αλλά και δισταγμού δημόσιας εκτέλεσης των τραγουδιών). Πρέπει να σημειωθεί πως η συγκριτική ανάλυση των κοινών στοιχείων των τραγουδιών της ελληνικής και της βουλγαρικής Ροδόπης έχει πολλά να προσφέρει στη μελέτη της μουσικής παράδοσης των Βαλκανίων. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε εδώ ορισμένα παραδείγματα ίδιων τραγουδιών από τις δύο πλευρές των συνόρων. Το γαμήλιο τραγούδι Púkni so trésni, momína máyko (Ράγισε, σκάσε, του κοριτσιού μητέρα), το οποίο τραγουδιόταν καθώς ανέβαζαν τη νύφη στο άλογο για να την πάνε στο σπίτι του γαμπρού, είναι ευρύτατα διαδεδομένο σε πολλά πομακοχώρια κατά μήκος των ελληνο-βουλγαρικών συνόρων. Άλλα τραγούδια με εκπληκτικές ομοιότητες στους Πομάκους της Ελλάδας και της Βουλγαρίας είναι το Glôday mu, glôday, lûbe (Κοίτα με, κοίτα με, αγάπη μου), Zadálï so so i podálï (Ξεκίνησαν και πλησιάζουν), Rádo, Rádo, béla Rádo (Άσπρη Ράντο), το νανούρισμα Momá ye mómo rodíla (Κορίτσι γέννησε κορίτσι) και πολλά άλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου