Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

«ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΘΑΝΑΣΙΜΩΝ ΨΕΥΔΩΝ», Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ & ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η Ευρώπη υποτίμησε τα προβλήματα που θα έφερνε η εισαγωγή εργατών απο ξένες πολυπολιτισμικές ζώνες και ειδικά απο την Τουρκία στη δεκαετία του '60. Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε σήμερα, με την κρίση να ξεκινάει απο τα προάστια του Παρισιού και να απλώνεται σε όλες τις χώρες της Ευρώπης με ισχυρό μουσουλμανικό στοιχείο.
Ο Νέστωρ της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, Helmut Schmidt, διατελέσας Καγκελλάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εξέπληξε προσφάτως την κοινή γνώμη ομολογώντας δημοσίως ότι ήταν μοιραίο λάθος, από τη δεκαετία του ’60 και εντεύθεν, η εισαγωγή στη Γερμανία (και στην Ευρώπη εν γένει) εργατών από ξένες πολιτισμικές ζώνες και δή από την Τουρκία. Τα προβλήματα που θα επέφερε αυτή η πολιτική υποτιμήθηκαν και στη Γερμανία και στην Ευρώπη, επεσήμανε ο τέως Καγκελλάριος και εξήγησε ότι «πολυ-πολιτισμικές κοινωνίες μπορούν να υπάρξουν ειρηνικώς μόνο υπό συνθήκες αυταρχικών καθεστώτων». Ως παράδειγμα έφερε την περίπτωση της Σιγκαπούρης.1
Επί της ουσίας, ο Helmut Schmidt είχε απόλυτο δίκαιο: Το ιδεολόγημα της "πολυπολιτισμικής κοινωνίας" -που τεχνηέντως και επιμόνως επιχειρούν να επιβάλουν ορισμένοι στα ιστορικά έθνη-κράτη της Ευρώπης- και φενάκη αποτελεί και επ’ ουδενί συμβαδίζει με τη δυτικού τύπου δημοκρατία, η οποία προϋποθέτει έναν κοινό εθνοπολιτισμικό παρονομαστή, έναν υπαρκτό «βαθμό εθνολογικής και πολιτισμικής συνοχής», όπως μας υπενθύμισε μόλις προσφάτως ο Peter Brimelow στο πολύκροτο βιβλίο του «Alien Nation».2 Άλλωστε, εάν θέλουμε να ακριβολογήσουμε μέχρι κεραίας, ακόμη και ο όρος «πολυπολιτισμική κοινωνία» είναι, από τη σκοπιά της Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας και της Εθνολογίας, contradictio in adjecto, καθ’όσον μία κοινωνία δεν μπορεί να διέπεται ει μη μόνον από έναν πολιτισμό: Στο Κοινωνιολογικό Λεξικό, η «κοινωνία» ορίζεται ως «μία ομάδα ατόμων, η οποία διακρίνεται μέσω ενός ιδιαιτέρου πολιτισμού (αξιακό σύστημα, παράδοση) και είναι ανεξάρτητη από άλλες ομαδοποιήσεις (και όχι υπο-ομάδα μίας άλλης ομάδας)», ενώ τα μέλη της περί ης ο λόγος ομάδας3 συνδέονται μεταξύ τους με «συνείδηση του "εμείς"»(Wir-Bewusstsein), «συνεκτικό σύστημα συμβόλων» κ.τ.λ. Ο πολιτισμός (νοούμενος πάντοτε υπό τη γερμανική έννοια της Kultur) είναι, κατά τη διατύπωση του Wilhelm E. Mühlmann, ένας δεύτερος «συμβολικός κόσμος» (symbolische Welt), ο οποίος επικάθηται του πραγματικού κατά τρόπον, ώστε η εκ μέρους του συγκεκριμένου προσώπου πρόσληψη της «ούσης πραγματικότητος» να γίνεται μόνο μέσω αυτής της ιστορικώς προϋπαρχούσης «συμβολικής πραγματικότητος».4 Συνεπώς, μόνον καταχρηστικώς δύναται να γίνεται λόγος περί πολυπολιτισμικών κοινωνιών, προκειμένου να υποδηλωθούν περιπτώσεις παραλλήλων κοινωνιών διαβιουσών εντός της αυτής κρατικής επικρατείας (κατά κανόνα Αυτοκρατορίας, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως).
Με όσα είπε ο ιστορικός ηγέτης της γερμανικής και ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς δεν ήλθε μόνο σε διαμετρική αντίθεση προς τη γραμμή που σήμερα επικρατεί στην ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά και Αριστερά (και όχι μόνο). Συγχρόνως, προξένησε -ως εμφαίνεται και εκ των αντιδράσεων- σοβαρή ρωγμή σε αυτό το οποίο η ιστορικός Bat Ye’or έχει αποκαλέσει «Κουλτούρα Θανασίμων Ψευδών» (culture of deadly lies) των ευρωπαϊκών κοινωνιών, εννοώντας ως τοιαύτην τη συρραφή από πρόδηλα ψεύδη και μισές αλήθειες που, ελέω μίας πρωτοφανούς ιδεολογικής τρομοκρατίας5, επικρατούν σήμερα καταθλιπτικά σε ευρύτατα στρώματα της διανόησης, των Μ.Μ.Ε., των Πανεπιστημίων και των εν γένει Ιδεολογικών Μηχανισμών των ευρωπαϊκών κρατών.

Αδιανόητες ήσαν, παραδοσιακά φιλελεύθερες και ανεκτικές βόρειες κοινωνίες, οι λεγόμενες

Τυπικό παράδειγμα αυτής της «Κουλτούρας Θανασίμων Ψευδών» είναι η διαρκής και συστηματική προπαγάνδιση του ιδεολογήματος της «πολυ-πολιτισμικής κοινωνίας», μολονότι κάθε σοβαρός επιστήμων που διαθέτει ιστορική γνώση και επίγνωση μπορεί να βεβαιώσει, εάν δεν εκκινεί από ιδεοληπτικής αφετηρίας, ότι η λεγόμενη «πολυπολιτισμικότητα» είναι τελείως ασύμβατη με συστήματα έστω και στοιχειωδώς δημοκρατικά. Πράγματι, είτε αναφερόμεθα στην κλασική Αθήνα της αρχαιότητος, είτε στην πρώϊμη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, είτε στη Βενετία των ύστερων μεσαιωνικών και πρώϊμων νεωτέρων χρόνων, είτε στα νεώτερα ιστορικά συνταγματικά και δημοκρατικά Έθνη-Κράτη (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ολλανδία, Σουηδία, Νορβηγία κ.τ.λ.) παντού το δημοκρατικό σύστημα διακυβερνήσεως, καθώς επίσης και το σύστημα κοινωνικής αλληλεγγύης συνεβάδισαν με τη σαφή, ιστορικά διαπιστωμένη, εμφάνιση και κυριαρχία ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, υπό την έννοια ενός συγκεκριμένου συστήματος αξιών, παραστάσεων, συμβολισμών, συλλογικής μνήμης και κοινών υπονοουμένων (ο πολύς Hofstätter ομιλεί για «κοινά αυτονόητα»)6, τα οποία μοιράζονταν όλα τα μέλη που συναποτελούσαν το κοινό σύνολο.
Σημειωτέον ότι εξαίρεση δεν αποτελούν ούτε καν αυτές οι Η.Π.Α.7 Εν αντιθέσει προς μία ευρέως διαδεδομένη σήμερα πλάνη, οφειλόμενη στην κολοσσιαία, όσο και ασύγγνωστη, άγνοια των Νεοελλήνων για την Πολιτική Ιστορία και την Ιστορία των Ιδεών της υπερατλαντικής Δυνάμεως, η θαυμαστή εκείνη Δημοκρατία των Founding Fathers του 18ου και 19ου αι. οικοδομήθηκε επί σαφούς και διακριτής εθνο-πολιτισμικής βάσεως, ήτοι ευρωπογενούς («λευκής»)/ιουδαιοχριστιανικής (ο αφρικανικής καταγωγής πληθυσμός, που ευρίσκετο ήδη στο έδαφος των Πολιτειών, όταν αυτές προχώρησαν στην ανεξαρτητοποίησή τους, δε δύναται να θεωρηθεί ως ιδρυτική συνιστώσα της νεοπαγούς Δημοκρατίας, καθ’ όσον εστερείτο τότε πολιτικών δικαιωμάτων).8 Και επί ενάμισι αιώνα περίπου, η μετανάστευση στις Η.Π.Α. παρέμεινε και αυστηρώς ελεγχόμενη (κατά μακρές περιόδους μάλιστα, απολύτως απαγορευμένη, προκειμένου η κοινωνία υποδοχής να «χωνέψει» τους νεοαφιχθέντες!), αλλά και αυστηρώς μονο-πολιτισμική υπόθεση. Ακόμη και αυτή η περίφημη φλογερή φράση του εθνικού συγγραφέως και εκ των Ιδρυτών Πατέρων της Δημοκρατίας, Θωμά Παίην, για την Αμερική ως πολιτικό «άσυλο της ανθρωπότητος» έχει τύχει αθλίας παραποιήσεως και νοηματικής διαστρεβλώσεως εκ μέρους της «προοδευτικής πολυπολιτισμικήςδιανόησης», κατά παγίαν άλλωστε πρακτική της τελευταίας: Στο περίφημο έργο του «Κοινός Νους», ο πολύς Thomas Paine είχε καταστήσει απολύτως σαφές ότι αντιλαμβανόταν τη νεοπαγή δημοκρατία ως άσυλο των εξ Ευρώπης διωκομένων («we claim brotherhood with every European Christian»).9
Η υπόθεση της «πολυπολιτισμικότητος» είναι και για τις Η.Π.Α. σχετικά πρόσφατη: Ανάγεται στο μοιραίο εκείνο Μεταναστευτικό Νόμο του 1965, βάσει του οποίου, για πρώτη φορά, αντικαθίστατο το μέχρι τότε ισχύσαν επί δύο αιώνες ποιοτικό κριτήριο (εθνοπολιτισμικό και επαγγελματικό) με το κριτήριο της οικογενειακής επανενώσεως (family reunification), γεγονός το οποίο έμελλε να έχει έκτοτε δεινές επιπτώσεις, καθώς επέφερε κατακόρυφη πτώση του επιπέδου των μεταναστών, αθρόα εισαγωγή τριτοκοσμικών μαζών, μη αφομοιωσίμων, καταχρηστική εκμετάλλευση των συστημάτων δημοσίας προνοίας και παιδείας και ευρύτατη γκετοποίηση, με την εμφάνιση πολλαπλών παραλλήλων κοινωνιών.10 Ο George Βοrjas, Καθηγητής Δημοσίας Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, γράφει σχετικώς: «Οι σημερινοί μετανάστες είναι λιγότερο ικανοί από τους προκατόχους τους. Είναι σήμερα πολύ περισσότερο πιθανόν να ζητούν κοινωνική προστασία και βοήθεια και πολύ περισσότερο πιθανόν να έχουν παιδιά ή να αποκτήσουν παιδιά, τα οποία θα παραμείνουν σε πτωχές περιοχές- «γκέτο» - κεχωρισμένες από την υπόλοιπη κοινωνία».11
Έτσι και ενώ μέχρι της εποχής εκείνης η ελεγχόμενη, λελογισμένη και εθνοπολιτισμικώς προσδιορισμένη μετανάστευση ήταν ευεργετική για τη μεγάλη αυτή δημοκρατία, η θέσπιση ως απολύτου κριτηρίου της οικογενειακής επανενώσεως -καταργηθέντος μάλιστα του εθνοπολιτισμικού κριτηρίου- ευθύνεται, καθ’ ομολογίαν των Αμερικανών ρεαλιστών αναλυτών, για τη σοβαρότερη απειλή εναντίον της εθνοπολιτισμικής και κοινωνικής συνοχής και της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών στις Η.Π.Α., από της εποχής του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Ήδη δε εκφράζεται έντονη ανησυχία μήπως, εν τέλει, η εναπομείνασα υπερδύναμη έχει την τύχη της Ρώμης, αλωθείσης έσωθεν υπό των «βαρβαρικών» στιφών!12
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τυχαίο το ότι αυτό που σήμερα αποκαλείται «πολυ-πολιτισμική κοινωνία», ιστορικά, εμφανίζεται στην αχανή πολυεθνική/ πολυθρησκευτική/πολυγλωσσική Περσική Αυτοκρατορία, στην ύστερη Ρώμη (την Ρώμη της Αυτοκρατορίας και της Παρακμής) ή, για να έλθουμε στους Νεωτέρους Χρόνους, στις αυταρχικές Αυτοκρατορίες, όπως εκείνη των Αψβούργων στην Κεντρική Ευρώπη (Αυστρία /Αυστροουγγαρία), ή εκείνη των Ρομανώφ στην τσαρική Ρωσσία. Και βεβαίως, κατ’ εξοχήν «πολυπολιτισμική κοινωνία» ήταν το Οσμανικό/Οθωμανικό δεσποτικό Κράτος.13
Προσέτι, οι κορυφαίοι θεωρητικοί του Φιλελευθερισμού, οι οποίοι – εν αντιθέσει προς τρέχουσες εσφαλμένες παραστάσεις – δεν διακρίνονταν από μονοδιάστατη οικονομιστική αντίληψη των πραγμάτων, αλλά διέθεταν σαφώς αυτό που στην Ιστορία των Πολιτικών Θεωριών αποκαλούμε «normative background», θεωρούσαν αδιανόητη την ιδέα ότι μπορεί να συμβαδίσει η οικοδόμηση αστικής δημοκρατίας με ένα ανάλογο πολυ-αξιακό πλαίσιο, πιστεύοντας απεναντίας ότι ένας ικανοποιητικός βαθμός εθνολογικής και πολιτισμικής συνοχής είναι απολύτως αναγκαία προϋπόθεση υπάρξεως και ομαλής λειτουργίας και των δημοκρατικών θεσμών, αλλά (ενδιαφέρον!) και της ελευθέρας οικονομίας. Την πίστη αυτή εκφράζουν, μεταξύ άλλων, στα γραπτά τους ο August Friedrich von Hayek και ο Μurray Rothbard. Αλλά και μόλις προσφάτως μας υπενθύμισε τα ανωτέρω ο διαπρεπής Βρετανός συγγραφεύς, David Conway, στο θαυμάσιο έργο του «In Defence of the Realm. The Place of Nations in Classical Liberalism».14
Τόσον ο προαναφερθείς, όσον και ο Brimelow καταδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας τα αδιέξοδα της μεταναστευτικής πολιτικής των Η.Π.Α., αλλά και των εν γένει δυτικών κρατών, κατά τις τελευταίες τρεις-τέσσερεις δεκαετίες. Κυρίως καταδεικνύεται πόσο ολέθριο σφάλμα, ιστορικών διαστάσεων, υπήρξε η απομάκρυνση από την παραδοσιακή αρχή της αφομοιώσεως (assimilation) των μεταναστών και η αντικατάστασή της από το ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικότητος, το οποίο στην πράξη δεν οδήγησε ει μη στη δημιουργία παραλλήλων μικροκόσμων, χωρίς καμία ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους και αποτελούντων, ipso facto, δεξαμενές ενός τεραστίου συγκρουσιακού δυναμικού. Εξαίρουν δε την ανάγκη να υπάρξει ένας καθορισμένος βαθμός εθνολογικής και πολιτισμικής συνοχής σε μία δυτική δημοκρατική κοινωνία, παραλλήλως προς την (εξ ίσου επιβεβλημένη) ανάγκη αυστηρού επανακαθορισμού και επαναπροσδιορισμού της μεταναστευτικής πολιτικής επί τη βάσει συγκεκριμένων ποιοτικών και εθνοπολιτισμικών κριτηρίων. Σημειωτέον εν προκειμένω ότι οι λοιπές δυτικές χώρες είχαν επίσης εισαγάγει, στο «πνεύμα του ’68», αυτήν τη ρήτρα-παγίδα: Η Γαλλία, επί παραδείγματι, τη θέσπισε εν έτει 1974. Εν τω μεταξύ βεβαίως μετανόησε πικρώς και έσπευσε και αυτή, όπως και η Μ. Βρετανία και η Γερμανία και η Ολλανδία και τα Σκανδιναβικά Κράτη, εν όψει των επιπτώσεων, να αναθεωρήσει τη μεταναστευτική πολιτική επί το αυστηρότερον (παραδόξως, όμως, οι ιθύνοντες εν Ελλάδι έκριναν σκόπιμο να εισαγάγουν εφέτος, εν έτει 2005, στο πλαίσιο του λεγομένου «Μεταναστευτικού Νόμου», αυτήν ακριβώς τη διάταξη που -διαπιστωμένα- τόσα αδιέξοδα επέφερε στις προηγμένες δημοκρατίες!)
Η «κουλτούρα θανασίμων ψευδών» συγκαλύπτει την αμείλικτη κοινωνική πραγματικότητα της σύγχρονης Ευρώπης -μία πραγματικότητα διαρκούς εθνοπολιτισμικής συγκρούσεως χαμηλής εντάσεως- πίσω από τις ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις των πολιτικών ιθυνόντων και γνωμηγητόρων, αλλά και πίσω από τους αυστηρότατους, απαράδεκτους για τη δυτική φιλελεύθερη παράδοση, φραγμούς σκέψεως και εκφράσεως που έχουν επιβάλλει (σε υπερεθνικό και εθνικό επίπεδο) οι εκπρόσωποι του ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού, χρησιμοποιώντας ως «ιεροεξεταστικό τροχό» το ιδεολόγημα του «Αντιρατσισμού», περί του οποίου γνωρίζουμε, το αργότερο από τον Taguieff, ότι δεν είναι παρά ρατσισμός με αντεστραμμένο πρόσημο.15 Ταυτοχρόνως, οι ζηλωτές αυτής της Νέας, Μετα-Εθνικής, «Πολυπολιτισμικής/Αντιρατσιστικής» Αριστεράς (με μισσιοναρικό/χιλιαστικό ζήλο που θυμίζει τις καλβινιστικές/μεσσιανικές ρίζες της και προδίδει ότι κατά βάθος δεν είναι παρά μία εκκοσμικευμένη, «πολιτική» θεολογία – secularized eschatology) προβαίνουν σε ακόμη απηνέστερη αστυνόμευση της γλώσσας, κατά το υπόδειγμα της οργουελλιανής Καινογλώσσας (New Speak): Όπως σημειώνει και ο Jean-Francois Mattei16, η Διακίνηση Ναρκωτικών και το εν γένει Οργανωμένο Έγκλημα, που ακμάζει στις ζώνες ελέγχου του μεταναστευτικού/μουσουλμανικού στοιχείου, αποδίδεται στα Μ.Μ.Ε. ως «παράλληλη οικονομία». Οι «γκρίζες ζώνες» εκτός νόμου και ελέγχου των οργάνων της Πολιτείας αναφέρονται από τους ευρωδίαιτους «αντιρατσιστές»/«ψυχοθεραπευτές» ως «ευαίσθητες γειτονιές». Η ωμή, ενίοτε ειδεχθής, βία εναντίον ανυπεράσπιστων κοινών ανθρώπων αποσιωπάται ή αποδίδεται ως «βλακεία των παιδιών» και, πάντως, δεν είναι παρά «αντίδραση στην πρόκληση» της αστυνομίας. Θαρρεί κανείς ότι επέστρεψε στην προ Βολταίρου εποχή, στον καιρό της καλβινιστικής «Tugend-Diktatur». Ο παραλληλισμός του Αrthur G. Gish, «The New Left and Christian Radicalism», δεν ήταν, ίσως, ποτέ άλλοτε τόσο επίκαιρος!
Εν τούτοις -παρ’ όλην την ολοκληρωτικής συλλήψεως και πρακτικής αστυνόμευση σκέψεως και εκφράσεως- η πραγματικότητα δεν αποκρύπτεται από το «γηγενή» πληθυσμό, τους «κοινούς πολίτες», δεδομένου ότι οι τελευταίοι, που συναπαρτίζουν (ακόμη) την πλειονότητα του πληθυσμού των ευρωπαϊκών χωρών, έρχονται, nolentes volentes, καθημερινώς σε επαφή με αυτήν, εν αντιθέσει προς τους μανδαρίνους της Υπερεθνικής Γραφειοκρατικής Ελίτ και των Ιδεολογικών Μηχανισμών της, οι οποίοι κηρύσσουν μετά πάθους την πολυπολιτισμική συνύπαρξη από το σαλόνι των υπερπολυτελών κατοικιών τους, σε απροσπέλαστα για τους πληβείους προάστια. Προσφάτως, προκάλεσε αίσθηση στη μετα-εθνικώς αυτοπροσδιοριζόμενη προοδευτική ιντελλιγκέντσια της Γερμανίας η φυγή του εκλεκτού μέλους της Gerhard Seyfried από την τουρκοκρατούμενη, πλέον, συνοικία Kreuzberg του Βερολίνου προς το αριστοκρατικό Solothurn της Ελβετίας! Ο περί ου ο λόγος συγκαταλέγεται από τη δεκαετία του ’70 στις «ιερές αγελάδες» του κινήματος για μία «πολυπολιτισμική κοινωνία», με πύρινους λόγους και μαχητικές διαδηλώσεις (μεταξύ άλλων εθεωρείτο, στο γερμανικό προοδευτικό milieu, και ένα είδος «πάτρωνα» της φυλής των Χερέρο, λόγω ενός βιβλίου του για την «εθνοκάθαρση», την οποία επεφύλαξαν στους ατυχείς εκείνους ιθαγενείς τα γερμανικά αποικιακά στρατεύματα προ αιώνος, κατά τη -βραχύβια- αποικιακή περιπέτεια του Δευτέρου Ράϊχ στη ΝΔ. Αφρική, σημερινή Ναμίμπια). Ο διαπρύσιος κήρυξ της πολυπολιτισμικότητος, λοιπόν, ο οποίος, με τους ομοίους του, μέχρι χθες κατακεραύνωνε όποιον τολμούσε να ψελλίσει ο,τιδήποτε για την εγκληματικότητα ή την όλη τριτοκοσμική κατάσταση που επικρατεί στο τουρκοκρατούμενο Κρώϋτσμπεργκ, στην καρδιά της Γερμανίας, εγκατέλειψε τον «πολυπολιτισμικό παράδεισο» για τη μικρή, ασφαλή και, κυρίως, μονο-πολιτισμική πόλη της Ελβετίας. Ερωτηθείς δε υπό των ομογαλάκτων του σχετικώς, απήντησε ότι δεν αποκλείει την επιστροφή του στο Βερολίνο, αλλά οπωσδήποτε σε μία «πολιτισμένη» συνοικία (zivilisiert), όπως π.χ. το Schöneberg!17
Πράγματι, είναι πολύ συνήθης αυτή η μορφή «Αντιρατσισμού» που περιγράφει ο Alain Finkielkraut: «Εκείνοι που ευνοούνται από την Παγκοσμιοποίηση, κάνουν κήρυγμα σε όλους τους άλλους, που μένουν στο δρόμο, αναγορεύοντας τα προβλήματα των τελευταίων σε άνευ ουσίας»!18
Από το Σκανδιναβικό Βορρά μέχρι τη Μεσόγειο, αυτοί οι λησμονημένοι από όλους «απλοί πολίτες», που δεν ανήκουν σε κάποιο από τα «victim groups», αλλά στη σιωπηλή πλειονότητα των «αυτοχθόνων», φορολογουμένων, στρατευομένων, νομοταγών πολιτών, συναντούν στρατιές νέων, μουσουλμανικής κυρίως καταγωγής, οι οποίοι είναι έμπλεοι μίσους ενάντια σε οτιδήποτε Δυτικό, ζητούν δε «αυτονοήτως» τα πάντα τώρα (χωρίς να έχουν καμιάν απολύτως διάθεση να καταβάλουν το ένα δέκατο των προσπαθειών που κατέβαλαν κάποτε οι πατέρες τους ή οι παππούδες τους) και πρωτίστως: ουδεμία πρόθεση έχουν να ενσωματωθούν στη φιλοξενούσα κοινωνία. Και αν θέλουμε να είμεθα απολύτως ειλικρινείς, οι άνθρωποι αυτοί -οι οποίοι είναι, εξ ίσου, θύματα ολεθρίων ασκηθεισών πολιτικών- δεν μπορούν (πλην ολίγων αξιολόγων εξαιρέσεων) να ενσωματωθούν, όσο και αν η εκφορά αυτής της ανομολογήτου αληθείας ενοχλεί τα ιδεολογικά Τάγματα Εφόδου του «πολυπολιτισμικού» Προοδευτισμού. Διότι είναι αυτόδηλον ότι το Ισλάμ αποτελεί ένα σοβαρότατο ανασταλτικό στοιχείο σε σχέση με τη δυνατότητα ενσωματώσεως του ατόμου σε ένα διάφορο πολιτισμικό πλαίσιο
Αυτός είναι ο μείζων και ουσιωδέστατος λόγος που εξηγεί γιατί, επί παραδείγματι, η μήτρα του Νεωτέρου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, Γαλλία, η Grande Nation («το εργαστήρι όλων των σπουδαίων πολιτιστικών πειραμάτων της νεωτέρας Ευρώπης», κατά την εύστοχη διατύπωση του διακεκριμένου αναλυτού Σταύρου Λυγερού) μπόρεσε κατά καιρούς να ενσωματώσει όχι έναν και δύο, αλλά εκατοντάδες χιλιάδες διωκομένων Αρμενίων, Πολωνών, Ούγγρων, Τσέχων, Ρώσων, Γερμανών, Ισπανών, Πορτογάλων, Ιουδαίων και πολλών άλλων λαών- και γιατί, αντιστρόφως, παραμένει απολύτως ανέφικτη, μετά δύο και τρεις γενεές, η ενσωμάτωση των Αράβων, των Τούρκων και των Αφρικανών Μουσουλμάνων
Τουναντίον, παρατηρούνται, στη δεύτερη και τρίτη γενεά μεταναστών, από μουσουλμανικές χώρες, οι λεγόμενες τάσεις «επανεθνικοποίησης» αυτό που Γερμανοί αναλυτές ονομάζουν «Re-Εthnisierungstendenzen». Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του τουρκικού και του αλβανικού στοιχείου, η ηυξημένη αυτοπεποίθηση οφείλεται πρωτίστως όχι στην ισλαμική πίστη, αλλά στην εξαιρετικά ανεπτυγμένη εθνικιστική ιδεολογία τους. Και εδώ, ωστόσο, παρατηρείται στις μεταγενέστερες γενεές το ενδιαφέρον φαινόμενο της ισλαμο-εθνικιστικής συζεύξεως. Λίαν εύγλωττο το ακόλουθο παράδειγμα: Σε έρευνα του έτους 1997, το 60% των τουρκικής καταγωγής νέων, μεταξύ 15 και 21 ετών, που ζούσαν στη Γερμανία συνεφώνησε με την άποψη «ο Τουρκισμός είναι το κεφάλι μας, η ψυχή μας είναι το Ισλάμ»! Σε ορισμένα αστικά κέντρα της Γερμανίας έχουν σχηματισθεί «παράλληλες κοινωνίες», όπως στην τουρκοκρατούμενη συνοικία Kreuzberg του Βερολίνου, η οποία, όπως είδαμε, έχει καταστεί απαγορευτική για τους Γερμανούς και, γενικώς, τους μη Μουσουλμάνους.19
Οι Γερμανοί παρακολουθούν με έκδηλη ανησυχία την εθνοπολιτισμική σύγκρουση στη γείτονα Γαλλία. Γνωρίζουν ότι, όπως σημειώνει ένας αρθρογράφος, «το ότι στους δικούς μας δρόμους επικρατεί, προς ώρας, ησυχία, οφείλεται σε διαφορά φάσεως. Η χωροταξική απόσχιση δεν έχει προχωρήσει ακόμη τόσο πολύ (όσο στη Γαλλία), οι μετανάστες προέρχονται από τα πέρατα της υφηλίου και όχι μόνον από το Μαγκρέμπ και τις πρώην αποικίες (…) Κυρίως, όμως, η Γερμανία διαθέτει ένα ακριβοπληρωμένο κοινωνικό δίκτυο προστασίας, το οποίο επιτρέπει σε μετανάστες που δεν έχουν, στην πραγματικότητα, καμία τύχη να ζουν με σχετική άνεση και έτσι τους κατευνάζει.»20
Πλην όμως, η εικόνα θα έχει αλλάξει άρδην σε δέκα χρόνια: Ο συριακής καταγωγής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Bassam Tibi, προειδοποίησε προ καιρού: «Μέχρι το 2014, ο αριθμός των μουσουλμάνων θα έχει αγγίξει τα δέκα εκατομμύρια, συνεπεία του υψηλού δείκτη γεννήσεων και της συνεχιζομένης λαθρομεταναστεύσεως. Η ισλαμική θρησκευτικότητα και η νοοτροπία του γκέτο θα ενισχυθούν, γεγονός που θα καθιστά ακόμη δυσχερέστερη την ενσωμάτωση. Από τις παράλληλες κοινωνίες τους, οι μετανάστες θα βλέπουν τη γερμανική κοινωνία ως εχθρικό έδαφος.»
Οπότε, πλέον, δε θα χρειασθεί παρά το άναμμα του φυτιλιού: Και το φυτίλι θα έχει ανάψει μέχρι το 2014, εκτιμά ο αραβικής καταγωγής Γερμανός Καθηγητής. Γιατί; Απλούστατα, διότι μέχρι το 2014 θα έχουν δραστικώς περικοπεί οι κοινωνικές παροχές21 (κοινό μυστικό μεταξύ των γραφειοκρατών των Βρυξελλών και των πολιτικών ιθυνόντων). Οπότε η έκρηξη των νεαρών γόνων του μουσουλμανικού/ μεταναστευτικού στοιχείου («no-future-kids») δε θα δύναται να συγκρατηθεί, κατά τον Bassam Tibi.

Τα ανωτέρω ισχύουν, βεβαίως, και για τα λοιπά ευρωπαϊκά κράτη. Ήδη, πριν από δώδεκα χρόνια (1994), η Bat Ye’or σημείωνε

«Δε βλέπω πουθενά σοβαρά σημάδια ενός κάποιου "εξευρωπαϊσμού" του Ισλάμ. Δε βλέπω πουθενά μία κίνηση προς την κατεύθυνση της σχετικοποιήσεως της θρησκείας, μία αυτοκριτική ματιά απέναντι στην ιστορία της ισλαμικής θρησκείας. Απέχουμε έτη φωτός από μία τέτοια εξέλιξη. Αντιθέτως, νομίζω ότι παριστάμεθα μάρτυρες ενός εξισλαμισμού της Ευρώπης αναφορικά τόσο με τα πραγματικά περιστατικά, όσο και με τον τρόπο του σκέπτεσθαι».

Συνεπώς, καθίσταται κατανοητή η πραγματική αιτία της «γαλλικής Ιntifada»:

Η κατασκευή μίας υπερμεγέθους -πέρα από κάθε (λογικώς και πολιτικώς) επιτρεπτό και συγγνωστό όριο- μάζας συγκειμένης εκ στοιχείων, τα οποία εθνοπολιτισμικώς δεν έχουν καμιάν απολύτως σχέση με τον πλειοψηφικό πληθυσμό της Ευρώπης, ο οποίος παραμένει (τουλάχιστον μέχρι τούδε) ευρωπαϊκής/ιουδαιοχριστιανικής προελεύσεως και κουλτούρας
Η αλαζονική αυτοπεποίθηση και συνακόλουθη μαχητικότητα που διακατέχει την τρίτη ιδίως γενεά μεταναστών στη Γαλλία (αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη καθ’ όσον αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνται ευρέως και μεταξύ των νεαρών Τούρκων της Γερμανίας,
Η δημογραφική παρακμή του φιλοξενούντος έθνους (αλλά και η πολιτισμική παρακμή του, τουλάχιστον στα όμματα των γεμάτων αυτοπεποίθηση και φανατισμό γόνων του μεταναστευτικού /μουσουλμανικού στοιχείου
Το μείγμα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Ενδεικτικό του πού οδηγεί είναι αυτό που δηλώνει ο Τariq Ramadan, Καθηγητής Ισλαμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Φρίμπουργκ Ελβετίας, εγγονός του Hasan al-Banna, ιδρυτού εν έτει 1928 στην πόλη της Ισμαηλίας (Αίγυπτος) της περίφημης Μουσουλμανικής Αδελφότητος (Muslim Brotherhood/ Al Ikhwan al Muslimin).22 Ο Ramadan, χαρακτηριστικό δείγμα μουσουλμάνου γεννηθέντος και ανατραφέντος εν Ευρώπη, με πλείστα όσα πλεονεκτήματα (κοινωνικά, εκπαιδευτικά, οικονομικά, πολιτικά) εν συγκρίσει προς τον ομόθρησκό του σε κάποια από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, αυτός λοιπόν ο δυτικοτραφής Καθηγητής γράφει:
«Οι Μουσουλμάνοι των δυτικών χωρών σήμερα δεν επιτρέπεται, πλέον, να συμπεριφέρονται ως οι «παραγιοί» και να αρκούνται στο να ζουν σύμφωνα με τις «κοινές αξίες» των δυτικών χωρών, αλλά θα πρέπει να συμπεριφέρονται ωσάν να ζούσαν ήδη σε μία πλειοψηφικά μουσουλμανική κοινωνία και να μην κάνουν καμιάν απολύτως παραχώρηση ή έκπτωση της πίστεώς τους υπέρ των άλλων.»23
Ένας Πακιστανός ερευνητής, αγγλικανικού θρησκεύματος, ο οποίος είχε γεννηθεί και ανατραφεί ως μουσουλμάνος και εν συνεχεία απέρριψε την οικογενειακή πίστη, εξηγεί ότι το δυτικό νομικό και ιδεολογικό πλαίσιο μας εμποδίζει να αντιμετωπίσουμε μία θρησκεία, όπως το Ισλάμ, το οποίο ποτέ δεν έμαθε να ζει ως μειονότητα και, για το λόγο αυτό, αδυνατεί να αναπαράγει τον εαυτό του εντός μίας δυτικής κοινωνίας προσαρμοζόμενο ταυτοχρόνως στις αξίες της τελευταίας. Πράγματι, ο Ραμαντάν καλεί τους Μουσουλμάνους τους διαβιούντες εντός μη μουσουλμανικών, δυτικών χωρών να αισθάνονται ότι έχουν τον απόλυτο δικαιϊκό τίτλο να ζουν σύμφωνα με τους δικούς τους όρους.24 Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, δεν πρέπει να παύσουν να ζητούν (προφανώς δολίως και παραπλανητικώς!) από τη φιλοξενούσα χώρα και από τον πληθυσμό που (ακόμα) παραμένει πλειοψηφικός να σέβεται αυτήν τους τη «διαφορετικότητα» εν ονόματι της Δυτικής «ανοχής».
Δεν είναι ανεξήγητη, υπό το φως των ανωτέρω δεδομένων, και η ολοένα και συχνέστερη εμφάνιση του όρου «Ευραβία» (Eurabia), εσχάτως σε άρθρο του Niall Ferguson.25 Για την ιστορία του πράγματος, να αναφέρουμε ότι ο όρος «Ευραβία», εννοώντας μία πολιτισμική και πολιτική ένωση της Ευρώπης και του Μουσουλμανικού Κόσμου, εμφανίζεται για πρώτη φορά περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μάλιστα κατά τρόπο θετικό/προγραμματικό, ως τίτλος του περιοδικού που εξέδιδε την εποχή εκείνη ο Lucien Bitterlin, Πρόεδρος της Ενώσεως για τη Γαλλο-Αραβική Aλληλεγγύη.26 Σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, η δημιουργία της Ευραβίας, καίτοι όχι δημοσίως ομολογημένη, αποτελεί, από δεκαετιών, απώτατο στρατηγικό στόχο της άρχουσας, οικονομικής, υπερεθνικής ελίτ της Ε.Ε.27 Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται, σύμφωνα με αυτήν τη συλλογιστική, και το όντως αξιοπερίεργο γεγονός της εμμονής και της μεθοδικότητας, με την οποία η υπερεθνική και μετα-εθνική γραφειοκρατία των Βρυξελλών -εις πείσμα της επανειλημμένως εκπεφρασμένης αντιθέτου βουλήσεως των κυριάρχων Λαών των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και μακράν αυτών και εξασκώντας διαρκή και έντονη πίεση στις εθνικές κυβερνήσεις -προωθεί την υπόθεση της εθνοπολιτισμικής μεταλλάξεως της Ευρώπης και της δημιουργίας ενός πολιτισμικώς ασυναρτήτου ευρωμεσογειακού μορφώματος, στερουμένου ιστορικής συνειδήσεως και συναισθήσεως πεπρωμένου. Πώς άλλως να ερμηνεύσει κανείς π.χ. το λίαν οξύμωρο γεγονός που επισημαίνουν αμήχανοι Γάλλοι δημοτικοί άρχοντες, ότι όλα τα τελευταία χρόνια εξακολούθησε να επιτρέπεται η είσοδος στη χώρα περίπου 130.000 έως 160.000 ατόμων, ετησίως, ατόμων κατά βάσιν ανειδικεύτων, «όταν είναι από μακρού γνωστό ότι όλες οι θέσεις ανειδίκευτης εργασίας έχουν μεταφερθεί πλέον στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ή, ακόμη χειρότερα, στην Κίνα;»28
Ακόμη και αν δεν προσυπογράψει κανείς την ανωτέρω συλλογιστική αφετηρία, δε δύναται να αγνοήσει τη διαπίστωση των Charles-Emmanuel Dufourcq, Alexander Del Valle κ.ά., ότι τις τελευταίες δεκαετίες παριστάμεθα μάρτυρες ενός «ιστορικού αναθεωρητισμού» από πλευράς του πολιτικού Ισλάμ και των συμμάχων του, ούτε να παραβλέψει το γεγονός ότι διεξάγεται ένας διαρκής Ψυχολογικός Πόλεμος εναντίον όλων αυτών, που άπαντες οι Κορυφαίοι του ευρωπαϊκού πνεύματος (συμπεριλαμβανομένου του ημετέρου, αειμνήστου Παναγιώτη Κανελλοπούλου) είχαν προσδιορίσει με σαφήνεια και πέραν πάσης αμφισβητήσεως ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού: Ελληνο-Ρωμαϊκό πνεύμα, Ιουδαιο-Χριστιανική παράδοση και Διαφωτισμό
Πράγματι, βοηθούσης και της διαβόητης δυτικής «πολιτισμικής παθολογίας ενοχής» που διακατέχει τις δυτικές ελίτ -αυτού που έχει καταστεί παγκοίνως γνωστό με το γερμανικό όρο «σύνδρομο αυτομαστιγώσεως» (Selbstpeitschungssyndrom)- έχουμε φθάσει στο θλιβερό σημείο, η επίσημη Ευρώπη, όπως αυτή εκφράζεται από τις Βρυξέλλες και τους πάσης αποχρώσεως και επιρροής Ιδεολογικούς Μηχανισμούς (πνευματικά ιδρύματα, Μ.Μ.Ε., «Μη Κυβερνητικές» Οργανώσεις, πολιτιστικά κέντρα κ.τ.λ.), να αρνείται τις ρίζες της, να απορρίπτει την Ιστορία της και κάθε αναφορά σε αυτό το οποίο την έκαμε ιστορικά αυτό που είναι, διαφοροποιώντας την από άλλες περιοχές και πολιτισμικές ζώνες του πλανήτη (όρα και την περίπτωση του προοιμίου της λεγομένης Συνταγματικής Συνθήκης!). Η Ευρώπη υπονομεύει την ασφάλειά της
Αρνούμενη, όμως, τις ρίζες της και, παραλλήλως, επιτρέποντας τη μετάλλαξη των εθνολογικών και πολιτισμικών της βάσεων, η Ευρώπη υπονομεύει και την ίδια την εσωτερική ασφάλειά της. Και αντιμετωπίζει σήμερα, υπό συνθήκας οικονομικής υφέσεως, ένα πολυπληθέστατο υποπρολεταριάτο, διακρινόμενο από εξαιρετική αυτοπεποίθηση αναφορικά με την (ισλαμική) παράδοση εκ της οποίας προέρχεται και αρνούμενο κατηγορηματικώς να ενσωματωθεί σε αυτό το οποίο θεωρεί -και διδάσκεται να θεωρεί- από τους ιμάμηδες ως «εκφυλισμένη κοινωνία των Απίστων» -ένα εξαγριωμένο υποπρολεταριάτο, το οποίο ζητεί όχι πολιτικές ελευθερίες (τις οποίες έχει στα πλαίσια των δημοκρατικών συστημάτων της Δύσεως), ούτε πρόσβαση στο κράτος πρόνοιας (την οποία επίσης είχε και έχει), αλλά απαιτεί, ουσιαστικά, να αναγνωρισθεί και επισήμως ως αυτόνομο «κράτος εν κράτει» και να επιβάλει στις περιοχές που έχει καταλάβει τους δικούς του όρους, το δικό του αξιακό κώδικα, τη δική του κοσμοαντίληψη και βιοθεωρία. Ας θυμηθούμε, εν προκειμένω, ότι ο Raphael Israeli είχε από το 1993 προειδοποιήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι οι μουσουλμανικές κοινότητες θα απαιτήσουν, θάττον ή βράδιον, αυτονομία.29
Στο πλαίσιο αυτής της -δυναμικής πλέον- διεκδικήσεως, από πλευράς της νέας γενεάς Μουσουλμάνων της Ευρώπης, χώρων ή ζωνών, οι οποίες δε θα υπόκεινται στον έλεγχο του συνταγματικού/δημοκρατικού/νεωτερικού Έθνους-Κράτους, αλλά στο Εθιμικό Δίκαιο του μουσουλμανικού/μεταναστευτικού «millet», εξηγείται και η ψυχολογική, αλλά και φυσική βία, την οποία ασκούν οι νέοι Μουσουλμάνοι απέναντι σε εκείνα τα μέλη του μεταναστευτικού στοιχείου που «αποτολμούν» να υιοθετήσουν κώδικες συμπεριφοράς και αξίες της φιλοξενούσης κοινωνίας. Είναι πολύ χαρακτηριστική, εν προκειμένω, η φραστική, ψυχολογική και σωματική βία, την οποία υφίστανται οι γυναίκες μουσουλμανικής προελεύσεως, οι οποίες αποτολμούν να πράξουν αυτό που, λογικώς, θα έπρεπε να είναι το αυτονόητο: δηλαδή να ενσωματωθούν στην κοινωνία υποδοχής.30
Αυτό ισχύει, κατ’ αρχήν, για όλες τις εν λόγω γυναίκες, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσεως, για τη μαθήτρια, την εργάτρια ή τη νοικοκυρά του «γκέτο», όπως και για τη συγγραφέα, τη συνοικιακή σύμβουλο ή τη βουλευτή. Ωστόσο, είναι πρόδηλο ότι ιδιαιτέρως σκληρή μοίρα επιφυλάσσεται στις πλέον ανίσχυρες και ευάλωτες: τη μεγάλη πλειοψηφία των ανωνύμων. Οι γυναίκες αυτές υφίστανται την «τιμωρία» που προβλέπει το «εθιμικό δίκαιο» στα ισλαμοκρατούμενα προάστια των γαλλικών πόλεων, δηλαδή το «χαμόγελο» και τον ομαδικό βιασμό -στον δρόμο, το μετρό, το σχολείο κ.τ.λ. Επιδεικνύοντας την αυταρχική, δεσποτική και σεξιστική ιδεολογία τους, τα μέλη των μουσουλμανικών συμμοριών χαράσσουν το λεγόμενο «χαμόγελο» στο πρόσωπο εκείνης της μουσουλμάνας μαθήτριας ή φοιτήτριας, η οποία εθεάθη να κυκλοφορεί χωρίς την ισλαμική μαντίλα. «Χαμόγελο» αποκαλείται, στην αργκώ των μουσουλμανικών συμμοριών των γαλλικών προαστίων, το σχίσιμο που προξενεί ο σουγιάς από το στόμα μέχρι το αυτί της άτυχης κοπέλας. Έπεται, προς ολοκλήρωσιν της προβλεπομένης «ποινής», ο ομαδικός βιασμός. Και βεβαίως, ούτε καν διανοούνται τα θύματα να καταγγείλουν τα περιστατικά αυτά, δοθέντος ότι τούτο σημαίνει τον κοινωνικό θάνατο όχι μόνο των ιδίων, αλλά και των οικογενειών τους, στο πλαίσιο αυτών των ιδιότυπων και αυτονομημένων από τη γαλλική κοινωνία μεταναστευτικών «territories».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίφημη Samira Bellil, συγγραφέας, γόνος μεταναστευτικής οικογένειας από την Αλγερία, τρίτης γενεάς μετανάστρια στη Γαλλία, η οποία υπέστη τη βία των μουσουλμανικών συμμοριών στα «γκέτο» των προαστίων. Ακολουθώντας την τύχη πολλών άλλων κοριτσιών, η Samira Bellil υπέστη και αυτή ομαδικό βιασμό ως μαθήτρια, επειδή δεν φορούσε την παραδοσιακή μουσουλμανική μαντίλα (hijab). Στο σημείο αυτό πρέπει να εξηγήσουμε ότι, κατά τον άγραφο νόμο που διέπει τα ισλαμοκρατούμενα προάστια των γαλλικών πόλεων, όταν μία κοπέλλα προερχόμενη από το μουσουλμανικό μεταναστευτικό milieu δε φέρει τη μαντίλα, αυτό εκλαμβάνεται από τους συνομηλίκους της, γείτονες και συμμαθητές της, ως, πρώτον, ευθεία πρόκληση εναντίον της ισλαμικής πίστεως και, δεύτερον, ως σαφής πρόσκληση προς διάπραξη του εγκλήματος του βιασμού. Είναι αναρίθμητες οι ανάλογες περιπτώσεις -η Bellil γράφει στο βιβλίο της πως αυτό είναι «το τίμημα της ειρήνης μέσα στα γκέτο». Στο σημείο αυτό, δεν μπορεί κανείς να μη στηλιτεύσει τη σκανδαλώδη σιωπή της λεγομένης «προοδευτικής διανόησης» και όλων εκείνων, οι οποίοι κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, πλην όμως για λόγους «political correctness» αποσιωπούν αυτήν τη φρικώδη καθημερινότητα, την οποία βιώνουν διαρκώς χιλιάδες κοπέλες στα αυτονομημένα μουσουλμανικά «γκέτο». Εδώ ισχύει η θέση του διαπρεπούς Ολλανδού κοινωνιολόγου, Paul Scheffer, ότι «η αδυναμία έναντι της μη ανοχής είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ανοχής».
Εξάλλου, το φαινόμενο της «τελετουργικής» διαπράξεως του εγκλήματος του ομαδικού βιασμού προς επίδειξη της ηυξημένης αυτοπεποιθήσεως των μεταναστευτικής/μουσουλμανικής προελεύσεως νεαρών και προβολή ισχύος έναντι του θεωρουμένου ως εκφυλισμένου χριστιανικού στοιχείου (power projectiοn/Machtprojektion) παρατηρείται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαιτέρως όμως έχει συνταράξει τις αρχές των Σκανδιναβικών Χωρών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου