Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Ο άνθρωπος που έκανε το πρώτο βήμα πριν από 45 χρόνια


Στο τεύχος μας αυτό έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε έναν άνθρωπο που ίσως να μην είναι γνωστός σε όλους αλλά έχει μια ξεχωριστή σημασία για την περιοχή μας και ειδικότερα για τα χωριά της ορεινής Ξάνθης. Πρόκειται για τον συνταξιούχο πλέον δάσκαλο Πέτρο Θεοχαρίδη που το 1964 έφτασε στα μέρη μας ως νεοδιορισμένος τότε εκπαιδευτικός και μάλιστα σε ένα μειονοτικό σχολείο. Μέσα σε αν μόλις χρόνο ο κύριος Θεοχαρίδης ξεκίνησε την καταγραφή της άγνωστης μέχρι τότε για εκείνον πομάκικης γλώσσας. Όλα αυτά τα χρόνια συνάντησε δυσκολίες αλλά και ευχάριστες στιγμές, τις οποίες μας εξηγεί παρακάτω ενώ μας μιλάει επίσης και για την προσπάθεια του να εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο που έχει άμεση σχέση με τους τότε σπουδαστές του στο ιεροσπουδαστήριο του Εχίνου.


Κύριε Θεοχαρίδη, είστε ένας από τους πρώτους ανθρώπους που αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την καταγραφή και μελέτη της πομάκικης γλώσσας. Θέλω να μας πείτε πότε ακριβώς ξεκίνησε η προσπάθειά σας αυτή και τι ήταν εκείνο που σας έκανε να το αποφασίσετε;


Στις 3 Ιανουαρίου 1964, νεοδιορισμένος δάσκαλος, έφτασα στην Ξάνθη. Στο γραφείο του επιθεωρητή μουσουλμανικών σχολείων μου είπαν: «Τοποθετείσαι στο μουσουλμανικό δημοτικό σχολείο Σπανοτόπου». Απόρησα. Δεν είχα ξανακούσει για Μουσουλμάνους. Μου είπαν: «Στη Θράκη ζουν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Οι Μουσουλμάνοι είναι Τούρκοι, Πομάκοι και Τσιγγάνοι. Σ’ ένα από τα σχολεία τους θα εργαστείς».
Χότζας και διευθυντής του σχολείου Σπανοτόπου ήταν ένας Πομάκος από τις Θέρμες. Ήταν παντρεμένος με Τουρκάλα του χωριού. Και ήταν ευγενικός, ομιλητικός, καλόκαρδος. Καλή του ώρα, όπου κι αν βρίσκεται. Μαζί μου μιλούσε ελληνικά. Με τους μαθητές μας και με τους Τούρκους του χωριού μιλούσε τουρκικά. Καλοπροαίρετα με ενημέρωνε και έλυνε απορίες μου. Και είχα πολλές απορίες… Συνυπηρετήσαμε έξι μήνες.
Από την πρώτη του Σεπτέμβρη 1964 είχα οργανική θέση στο μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο Εχίνου. Νεοπαντρεμένος, με τη γυναίκα μου και με την προίκα της πάνω σε φορτηγό, «πήραμε τα βουνά» της Ξάνθης. Ο δρόμος ήταν στενός, ασφαλτοστρωμένος στο μεγαλύτερο μέρος του, ανηφορικός και με άπειρες στροφές. Ανηφόριζε σαν φίδι. Όλο ανηφόριζε. Βουνά ατέλειωτα, χαράδρες, αλλά πανέμορφο, καταπράσινο, μαγευτικό το δασικό περιβάλλον γύρω μας.
Οι άνθρωποι που βλέπαμε στο δρόμο και στο χωριό Σμίνθη, με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους – οι άνδρες και τα αγόρια με τα σκουφάκια τους (κάποιοι με σαρίκια), οι γυναίκες και τα κορίτσια με τις θαυμαστές τοπικές υφαντές φορεσιές τους – μας χαιρετούσαν κουνώντας τα χέρια ή τα μαντήλια τους, ευγενικά, φιλικά, φιλόξενα. Απ’ αυτή την αγνή, την καθαρή και γεμάτη αγάπη ματιά και συμπεριφορά, ένιωσα ανακούφιση και συμπάθεια και η σφιγμένη καρδιά μου χαλάρωσε, πήρα θάρρος, παρηγορήθηκα.
Τόσο στον Εχίνο, όσο και σε κάθε πομακικό χωριό που επισκέφτηκα, τέτοια ευγένεια, καλοσύνη, φιλοξενία, ανθρωπιά και καλή διάθεση γνώρισα από τους ανθρώπους αυτούς, που λέγονται Πομάκοι.
Εκεί όλοι μιλούσαν πομακικά. Στα σπίτια τους, στο καφενείο, στο δρόμο, στο χωράφι, στην Ξάνθη παντού μιλούσαν πομακικά. Οι Σπουδαστές μας, επίσης, μεταξύ τους μιλούσαν πομακικά. Μόνο με τους Χοτζάδες τους μιλούσαν τουρκικά. Και ήταν επόμενο αφού αυτοί ήταν οι δάσκαλοί τους της τουρκικής γλώσσας.
Διαπίστωνα ότι η πομακική γλώσσα, η μητρική γλώσσα των Πομάκων, δεν ήταν τουρκική, δεν ήταν ελληνική, δεν ήταν και βουλγαρική, αν και έμοιαζε αρκετά. Ως μητρική όμως γλώσσα στα σχολεία τους διδασκόταν η τουρκική γλώσσα! Αυτό με παραξένευε, με στενοχωρούσε, με πονούσε. Λυπόμουν τα παιδιά.


Ποια ήταν την εποχή εκείνη η αντίδραση των Μουσουλμάνων της περιοχής αναφορικά με την προσπάθειά σας αυτή να καταγράψετε τη γλώσσα τους; Ήταν θετικοί ή αρνητικοί απέναντι σας;


Από την ημέρα που έφτασα στην Ξάνθη και κυρίως από την ημέρα που εγκαταστάθηκα στον Εχίνο, αισθάνθηκα την ανάγκη, αλλά και την υποχρέωση να ενημερωθώ και να γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς, αφού σε πομακικό μουσουλμανικό σχολείο υπηρετούσα.
Σε όλη τη διάρκεια της εφτάχρονης προσπάθειάς μου να συγκεντρώσω υλικό για τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό των Πομάκων, δεν αντιμετώπισα καμιά δυσκολία, ούτε αντιρρήσεις, από κανέναν. Αντίθετα όλοι (Ιμάμηδες, Χοτζάδες, σπουδαστές μας, χωρικοί) μου στάθηκαν θετικά και με βοήθησαν όσο χρειαζόμουν και με κάθε τρόπο. Με προσκαλούσαν στα χωριά τους (για να παρακολουθήσω εκδηλώσεις και γιορτές), στα σπίτια τους, (για να γνωρίσω τη σπιτική ζωή), στους γάμους, στις σχολικές γιορτές και γενικά μου συμπαραστάθηκαν με ευχαρίστηση.
Στο σπίτι μου, που βρισκόταν δίπλα στο ιεροσπουδαστήριο, καθημερινά σχεδόν φιλοξενούσα σπουδαστές μου (ηλικίας 13 - 35 χρόνων), που μου έφερναν λέξεις, φράσεις, παραμύθια, τραγούδια, αινίγματα, ονομασίες και ό,τι άλλο χρειαζόμουν. Μου μετέφραζαν λέξεις, φράσεις, κείμενα και μου έδιναν εξηγήσεις και απαντήσεις σε άπειρα ερωτήματά μου. Καμιά αντίρρηση, καμιά διαφωνία, κανένα εμπόδιο. Αντίθετα με βοηθούσαν και μου συμπαραστέκονταν. Τους ευχαριστώ θερμά όλους. Μόνο μια εξαίρεση, ο Χότζας Αγκά Μαχμέτ (Μουφτήογλου) σε κάποια στιγμή μου είπε: «Εμείς δε θέλουμε ν’ ακούμε ούτε τη λέξη Πομάκος, εσύ γράφεις βιβλίο για τους Πομάκους».

Φαντάζομαι ότι μετά τη συλλογή του απαραίτητου υλικού, θέλατε να εκδώσετε κάποιο λεξικό με τη συγκεκριμένη γλώσσα, κάτι που άλλωστε έγινε πραγματικότητα. Δυσκολευτήκατε να βρείτε τους ανθρώπους εκείνους που θα κάνουν πράξη την επιθυμία σας αυτή;


Ξεκίνησα αυτό το έργο από προσωπική ανάγκη. Ήθελα να ενημερωθώ και να γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς, που συμπάθησα από την πρώτη επαφή μαζί τους. Ήθελα επίσης να προσφέρω στον τόπο και να παρουσιάσω εξωσχολική δράση, χρήσιμο στοιχείο για την υπηρεσιακή μου εξέλιξη. Ένιωθα, βέβαια, την ανάγκη να δημιουργήσω ένα βοήθημα, που διαβάζοντάς το να ενημερώνονται όσοι υπηρετούν (δάσκαλοι, αστυνομικοί, γραμματείς και άλλοι) ή έχουν εμπορικές και άλλες σχέσεις με τους Μουσουλμάνους της ορεινής Θράκης. Και αυτό για να επιτελούν το έργο τους σωστά και χωρίς ανόητα λάθη. Όμως δεν πίστευα πως θα τα καταφέρω.
Η επιθυμία μου να επιδιώξω εκτύπωση της εργασίας μου δημιουργήθηκε, όταν η Ακαδημία Αθηνών με επαίνεσε με πρώτο έπαινο. Επαινετικά λόγια μου είχαν πει προφορικά και όσοι είδαν το έργο μου. Αυτοί όμως, που είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν για την έκδοση του έργου μου δεν έκαναν το καθήκον τους. Αντίθετα επιδίωξαν να το οικειοποιηθούν!!!
Επί τέλους, 25 χρόνια μετά και αφού εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο μου: «ΠΟΜΑΚΟΙ, οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης…» από τα ΠΑΚΕΘΡΑ (1995), με χορηγία του Πρόδρομου Εμφιετζόγλου, τυπώθηκαν και τα λεξικά (ΠΟΜΑΚΟ - ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΕΛΛΗΝΟ - ΠΟΜΑΚΙΚΟ) και η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ της πομακικής γλώσσας…(1996) Έτσι ικανοποιήθηκε η επιθυμία μου, η πομακική γλώσσα από «μη γραφόμενη» να γίνει γραφόμενη.


Η επίσημη ελληνική πολιτεία σας πλησίασε καθόλου με σκοπό να συμβάλει στην καταγραφή αυτή; Τόσα χρόνια μετά, κύριε Θεοχαρίδη, υπάρχει η αναγνώριση της προσπάθειάς σας τόσο από την πολιτεία όσο και από τον απλό κόσμο;


Όχι, καθόλου. Η επίσημη ελληνική πολιτεία δεν έκανε τίποτε. Τήρησε πιστά τα πρωτόκολλα, που υπέγραψαν Τουρκία και Ελλάδα, ερήμην των Πομάκων, το 1951 και το 1968. Με βάση τα πρωτόκολλα αυτά, εκτός των άλλων, η τουρκική γλώσσα διδάσκεται στα Πομακόπουλα, από την πρώτη τάξη, ως μητρική τους γλώσσα!
Νιώθω ικανοποίηση από το γεγονός ότι πολλοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες, καθηγητές και άλλοι ερευνητές ακολούθησαν την προτροπή μου και γράψανε και γράφουν επιστημονικές εργασίες με θέματα που έχουν σχέση με τους Πομάκους. Πιο πολύ με χαροποιεί το γεγονός ότι επί τέλους, Πομάκοι πια γράφουν για τους Πομάκους. Αυτό είναι θαυμάσιο.


Από την εμπειρία σας πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, πιστεύετε πως αν υπήρχε η καλή διάθεση, η γλώσσα των Πομάκων θα μπορούσε να είχε καταγραφεί στο σύνολό της με αποτέλεσμα να μπορεί ακόμα και να διδαχθεί στα μειονοτικά σχολεία;


Μα βέβαια. Αφού μιλιέται. Αφού μ’ αυτήν μεγάλωσαν και έζησαν οι Πομάκοι πολλούς αιώνες. Κάθε γλώσσα μπορεί να έχει αλφάβητο, να γράφεται, να διαβάζεται και να διδάσκεται. Αρκεί να το θελήσουν οι ίδιοι. Εδώ, θέλω να σημειώσω και το εξής: Και οι Πομάκοι, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε λαός, έχουν το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.


Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι προσπαθείτε να εκδώστε ένα ακόμα βιβλίο το οποίο έχει άμεση σχέση με τους τότε σπουδαστές σας. Τι ακριβώς θα είναι αυτό το βιβλίο και σε ποιο στάδιο βρίσκεται τώρα;


Πρόκειται για τις εντυπώσεις μιας μεγάλης και καθόλα επιτυχημένης εκδρομής που πραγματοποιήσαμε από τις 20 μέχρι τις 29 Ιουνίου 1965, ο Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ και εγώ με τους σπουδαστές μας των μεγαλύτερων τάξεων του μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου (Ξάνθης).
Ήταν μια πλούσια 10ήμερη ψυχαγωγική και μορφωτική εκδρομή. Μας την πρόσφεραν το υπουργείο Εσωτερικών και το Βασιλικό Εθνικό Ίδρυμα.
Επί δέκα ολόκληρες μέρες ζήσαμε σαν σε παράδεισο. Ψυχαγωγηθήκαμε και μορφωθήκαμε. Απολαύσαμε την όμορφη ελληνική φύση. Γνωρίσαμε θαυμαστά πράγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Είδαμε ιστορικούς τόπους και αρχαία μνημεία και διαπιστώσαμε τη σύγχρονη πρόοδο της πατρίδας μας. Επισκεφτήκαμε την Καβάλα, τη Θεσσαλονίκη, την Πέλλα, το Βόλο, την Αθήνα, το Σούνιο, τον Πειραιά, το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, τη Λαμία, τη Λάρισα, την Κατερίνη. Είδαμε λιμάνια, εργοστάσια, αεροδρόμια, τεράστια τεχνικά έργα. Διανύσαμε τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα σε απέραντες πεδιάδες. Γνωρίσαμε την ωραία ελληνική ζωή και θαυμάσαμε την όμορφη πατρίδα μας. Έτσι, η εκδρομή μας, που οργανώθηκε τέλεια κι εφαρμόστηκε πιστά το θαυμάσιο πρόγραμμά της, είχε σε μας πραγματικά ευεργετική ψυχαγωγική και μορφωτική επίδραση.
Το βιβλίο αυτό, με τις εντυπώσεις της εκδρομής μας, το γράψαμε, ο Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ, οι σπουδαστές μας και εγώ, αμέσως μετά την επιστροφή μας από την εκδρομή. Επιθυμία όλων μας ήταν να το τυπώσουμε για να το έχουμε «ζωντανό» ενθύμιο της εκδρομής μας σε όλη μας τη ζωή. Δεν το καταφέραμε όμως για λόγους οικονομικούς. Και πέρασαν από τότε 45 χρόνια! Στο μεταξύ ο συνάδελφος Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ συγχωρέθηκε και οι σπουδαστές μας έγιναν παππούδες, ηλικιωμένοι 60 ετών και παραπάνω.
Εγώ, ζωντανός ακόμα, δεν ξέχασα τους σπουδαστές μου. Ούτε λησμόνησα την επιθυμία τους να έχουν φωτογραφίες της εκδρομής, να έχουν και τις θαυμάσιες εντυπώσεις μας από αυτήν γραπτές. Και να τώρα, «κάλλιο αργά παρά ποτέ», πραγματοποιείται η επιθυμία τους. Απαιτήθηκαν γι αυτό ισχυρή θέληση, υπομονή, επιμονή, πολύς χρόνος και ο υπολογιστής μου με όλα τα σχετικά ηλεκτρονικά μηχανήματα. Έτσι, με έξοδα που άντεξε η σύνταξή μου και δουλειά εξοντωτική για την ηλικία μου (όμως ευχάριστη), έφτασα σ’ αυτό το έξοχο, πιστεύω, αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα – δημιούργημα καλής διάθεσης, ξεχωριστής προσφοράς και μεγάλης αγάπης δασκάλου προς τους μαθητές του. Χαίρομαι που το κατάφερα. Αριθμεί 360 σελίδες μεγάλου μεγέθους (Α4). Περιέχει 18 φωτογραφίες μας σε αξιοθέατα και μεγάλο αριθμό φωτογραφιών των αξιοθέατων που επισκεφθήκαμε. Είναι έτοιμο για εκτύπωση. Έχει τον τίτλο: «ΕΛΛΑΔΑ, ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ», που πιστώνεται στο Χότζα Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ.
Πιστεύω πως το βιβλίο αυτό θα φέρει στη μνήμη των σπουδαστών μου μεγάλες συγκινήσεις, πολλή χαρά και «γλυκές» αναμνήσεις. Θα δίνει χαρά και ικανοποίηση στις οικογένειές τους, αλλά και στους συγχωριανούς τους. Θεωρώ, τέλος, ότι αυτό το βιβλίο θα αποτελεί χρήσιμο ενημερωτικό βοήθημα (τουριστικό οδηγό) σε κάθε αναγνώστη, όταν αυτός θα ταξιδεύει στον άξονα Εχίνος – Ξάνθη – Θεσσαλονίκη – Πέλλα – Βόλος – Αθήνα – Ναύπλιο –Επίδαυρος. Εύχομαι, ολόψυχα, το επιθυμητό αυτό βιβλίο να φτάσει έγκαιρα και να φέρει χαρά και ικανοποίηση σε όλους.


Ποιες είναι γενικότερα οι εντυπώσεις σας τόσο από την ορεινή περιοχή στην οποία ήσασταν για χρόνια δάσκαλος όσο και από τους ανθρώπους της;


Θαυμάσιες, υπέροχες. Η Ροδόπη και ιδιαίτερα η ορεινή περιοχή του νομού Ξάνθης είναι σωστός παράδεισος. Και οι άνθρωποί της καλόκαρδοι, φιλήσυχοι, ευγενικοί, εργατικοί, τίμιοι και πολύ θρήσκοι.


Εξακολουθείτε να έχετε επαφή με ανθρώπους που γνωρίσατε την εποχή εκείνη;


Ναι, με λίγους. Δυστυχώς, η ζωή μας απομάκρυνε, μας αποξένωσε. Πολλοί, όπως οι συνάδελφοί μου, του μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου, έχουν πεθάνει. Αιωνία τους η μνήμη.


Ως εκπαιδευτικός πιστεύετε πως για τα παιδιά της ορεινής Ξάνθης θα ήταν καλύτερο να διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα και όχι την τουρκική;


Οι Πομάκοι, όπως όλοι οι άνθρωποι, αγαπούν τον τόπο τους, τη θρησκεία τους, τη γλώσσα τους, την ενδυμασία τους… Αγαπούν τον εαυτό τους. Είναι λοιπόν αψυχολόγητο, αντιπαιδαγωγικό και σκληρό, για γονείς και παιδιά, να μη γνωρίζουν τον κόσμο και τον εαυτό τους μέσα από τη μητρική τους γλώσσα, τη γλώσσα των προγόνων τους. Επαναλαμβάνω: Και οι Πομάκοι, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε λαός, έχουν το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.


Σ. Καραχότζα

1 σχόλιο:

  1. Κ. Σεμπαϊδην,
    φοβερή η συνέντευξη καθώς και το έργο σας να ξυπνήσετε τους καρεκλοκένταυρους της Αθήνας. επίπονη και διαρκής η προσπάθεια σας να αποδείξετε στο Ελληνικό κράτος "οτι δεν έχετε αδερφή" (καταλαβαίνετε το υπονοούμενο). καλή σας μέρα από συντοπίτη Θρακιώτη:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή