Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ένταξη, ενσωμάτωση ή γκετοποίηση; Τα αδιέξοδα της μειονοτικής εκπαίδευσης

Νικόλαος Θ. Κόκκας
Εκπαιδευτικός
Η δίγλωσση μειονοτική εκπαίδευση, στηριγμένη σε παρωχημένα ελληνοτουρκικά πρωτόκολλα έχει ξεπεραστεί σήμερα από την ίδια την πραγματικότητα και αποτελεί σήμερα ένα σύστημα αλλοίωσης της εθνοτικής ταυτότητας των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών. Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει στο χώρο της διαπολιτισμικής αγωγής τα τελευταία χρόνια, σημαντικά προβλήματα όπως η σχολική διαρροή και οι μαθησιακές δυσκολίες παραμένουν έντονα. Οι μαθησιακές δυσκολίες συχνά οφείλονται στη μη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας ή στην επίδραση της μητρικής γλώσσας σε περιπτώσεις που οι γραμματικές και συντακτικές δομές και το λεξιλόγιο της μητρικής διαφοροποιούνται από τη γλώσσα-στόχος. Η περιορισμένη ελληνομάθεια των μουσουλμάνων μαθητών σχετίζεται με τα υλικά και τη μέθοδο διδασκαλίας, τη στάση των διδασκόντων, την περιορισμένη χρήση της ελληνικής στο οικείο περιβάλλον των μαθητών αλλά και με άλλους παράγοντες όπως η κοινωνικοοικονομική διαστρωμάτωση.

Τα μειονοτικά σχολεία δημιουργήματα του ψυχρού πολέμου
Ως προς την εκπαίδευση της μουσουλμανικής μειονότητας, το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάνης αναγνωρίζει στα μέλη της το δικαίωμα να ιδρύουν τα δικά τους εκπαιδευτήρια και σχολεία, να κάνουν ελεύθερη χρήση της μητρικής τους γλώσσας μέσα σε αυτά, ενώ το άρθρο 41 υποχρεώνει τις δυο χώρες να παρέχουν «ως προς την δημόσιαν εκπαίδευσιν, τας προσηκούσας ευκολίας προς εξασφάλισιν της εν τοις δημοτικοίς σχολείοις παροχής, εν τη ιδία αυτών γλώσση, της διδασκαλίας». Αυτό στην περίπτωση των μουσουλμάνων θα σήμαινε διδασκαλία των τουρκόφωνων στα τουρκικά, των Πομάκων στα πομακικά και των Ρομά στη ρομανί. Όμως η μόνη γλώσσα που τελικά χρησιμοποιήθηκε ήταν η τουρκική. Πώς έγινε αυτό;
Η διείσδυση της τουρκικής γλώσσας και κουλτούρας στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου ήταν μια επιθυμητή προοπτική για την ελληνική και τη Νατοϊκή και φυσικά τουρκική πολιτική. Στη συνέχεια και μέχρι το 1974 οι εφήμερες ελληνοτουρκικές προσεγγίσεις λειτούργησαν απολύτως αρνητικά για τους Πομάκους αφού καμία ελληνική κυβέρνηση δεν ανακινούσε ένα θέμα που θα ενοχλούσε την τουρκική πλευρά, έστω και αν αφορούσε μια περιοχή μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους. Τα ελληνοτουρκικά μορφωτικά πρωτόκολλα (1951 και 1968) υπογράφηκαν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα και επικύρωσαν τα όσα περί γλώσσας και τουρκικής εκπαίδευσης προβλέπονταν (ή υπονοούνταν) στα άρθρα της Συνθήκης που υπεγράφη στη Λοζάννη. Τα μέτρα αυτά πάρθηκαν σε μεγάλο βαθμό χάριν της συνοχής του ΝΑΤΟ και του καλού κλίματος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ενώπιον του κινδύνου του βουλγαρικού κομμουνισμού.
Στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής οτιδήποτε μουσουλμανικό μετονομάζεται σε τουρκικό. Στις 28-1-1954 ο Γενικός Διοικητής Θράκης Γ.Φεσσόπουλος διαβιβάζει προς τις κοινότητες και τους δήμους της Ροδόπης διαταγή του τότε πρωθυπουργού Στρατάρχη Παπάγου που έλεγε: «Κατόπιν διαταγής του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως, παρακαλούμεν όπως εφ’ εξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου «Τούρκος-τουρκικός» αντί του τοιούτου «Μουσουλμάνος-μουσουλμανικός». Επί τούτοις δέον να μεριμνήσετε διά την αντικατάστασιν των εν τη περιφερεία υμών διαφόρων επιγραφών, όπως «Μουσουλμανική Κοινότης, Μουσουλμανικόν Σχολείον κλπ» διά τοιάυτης «Τουρκικόν».
Με τη Μορφωτική Συμφωνία της 20-4-1951 αποφασίστηκε η εκατέρωθεν ίδρυση μορφωτικών ινστιτούτων, η ανταλλαγή πανεπιστημιακού προσωπικού, καθηγητών, φοιτητών και επιστημονικών ερευνητών, η καθιέρωση υποτροφιών και του ισότιμου των εξετάσεων, η ανταλλαγή βιβλίων, περιοδικών, ραδιοφωνίας καθώς και η διδασκαλία της γλώσσας, της λογοτεχνίας και της ιστορίας κάθε χώρας στο έδαφος της άλλης. Αν και η συμφωνία αυτή δεν όριζε σε κανένα σημείο της ότι η επίσημη γλώσσα της μειονότητας είναι η τουρκική, στην πράξη εισήχθη τότε στα μειονοτικά σχολεία και άρχισε να ακολουθείται το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας. Διεύρυνση της συμφωνίας του 1951 με ανάλογο προσανατολισμό αποτέλεσε το ελληνοτουρκικό μορφωτικό πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις 20-12.1968.
Ο πλήρης εκτουρκισμός της μειονοτικής εκπαίδευσης συντελέστηκε με το μορφωτικό πρωτόκολλο της 20ης Δεκεμβρίου του 1968. Σύμφωνα με αυτό, αποφασίστηκε η εκατέρωθεν ανταλλαγή βιβλίων προς χρήση των μαθητών της μειονότητας. Έτσι, ενώ η ελληνική κυβέρνηση είχε χρησιμοποιήσει ειδικά μεταφρασμένα βιβλία για τα σχολεία της μειονότητας, τα απέσυρε, εισάγοντας στη θέση τους διδακτικά βιβλία που προέρχονταν από την Τουρκία. Στο πρωτόκολλο αυτό προβλέπονταν ότι τα μαθήματα που ως το 1968 διδάσκονταν στα ελληνικά θα εξακολουθούσαν να διδάσκονται έτσι, ενώ όλα τα υπόλοιπα συμφωνήθηκε να διδάσκονται στη γλώσσα της μειονότητας, θεωρώντας ως δεδομένο ότι αυτή ήταν η τουρκική. Το Ν.Δ. 3065/54 (ΦΕΚ 239.9/10/54) και η υπουργική απόφαση 149251/4/6/58 (ΦΕΚ 162/4/6/58) που ρυθμίζουν τα θέματα της μειονοτικής εκπαίδευσης, στηρίζονται σε διατάξεις διακρατικών συμφωνιών. Έτσι η τουρκική γλώσσα εισάγεται ως η μόνη μειονοτική γλώσσα, παρά το ότι αποτελεί τη μητρική γλώσσα μόνο του 50% της μειονότητας.


Η μειονοτική εκπαιδευτική πολιτική της Ελλάδας
Το μειονοτικό σχολείο αναφορικά με τους μουσουλμάνους, αποδείχθηκε στην πράξη αναποτελεσματικό τόσο ως προς την εκμάθηση των μητρικών γλωσσών των μουσουλμάνων όσο και ως προς τη διδασκαλία της ελληνικής. Συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι οι μαθησιακές δυσκολίες αλλά και η αναπαραγωγή συγκεκριμένων γλωσσικών στάσεων, όπως η αυτο-υποβάθμιση της μητρικής γλώσσας στην περίπτωση των Πομάκων και των Ρομά και η πολλαπλή λειτουργία της μητρικής γλώσσας σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Ως προς τουρκόφωνους μαθητές η μειονοτική εκπαίδευση φαίνεται να καλλιεργεί τάσεις αποκλεισμού και περιχαράκωσής τους στα όρια της εθνοτικής τους ομάδας μη-συμβάλλοντας στην ένταξή τους στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Όπως έχει επισημανθεί από πολλούς, πλειονοτικούς και μειονοτικούς, τα μειονοτικά σχολεία κατάντησαν να είναι σχολεία μειονεκτικά, σχολεία ημιμάθειας. Επίσης λειτούργησαν ρατσιστικά σε βάρος των μουσουλμάνων Ελλήνων μαθητών εφόσον δεν παρέχονταν προς αυτούς η ίδια εκπαίδευση που προσφέρεται προς τους υπόλοιπους πολίτες αυτής της χώρας. Το χειρότερο όμως ήταν ότι οι μουσουλμάνοι Έλληνες μαθητές, μέσα από τη μειονοτική εκπαίδευση, γκετοποιήθηκαν από την ευρύτερη κοινωνία καθώς η ελλιπής εκπαίδευση που τους παρέχεται δυσχεραίνει ακόμα και σήμερα τη σχολική τους απόδοση. Παρακάτω θα εξετάσουμε τα αίτια αυτής της κατάστασης αλλά θα κάνουμε και συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Πρώτα, όμως, πρέπει να επισημάνουμε πως οι μουσουλμάνοι Έλληνες γονείς συνειδητοποιούν πλέον το πρόβλημα και στρέφουν, όταν μπορούν τα παιδιά τους προς τα δημόσια σχολεία. Έτσι, η συμμετοχή των μουσουλμάνων στη δημόσια εκπαίδευση παρουσιάζει εντυπωσιακά αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια. Κατά το σχολικό έτος 1989-90 φοιτούσαν σε σχολεία της δευτεροβάθμιας υποχρεωτικής βαθμίδας στο νομό Ροδόπης 253 και στο νομό Ξάνθης 365, σύνολο 618 μουσουλμάνοι μαθητές ενώ το 2003 φοιτούσαν 3.048 στα σχολεία της αντίστοιχης βαθμίδας και 1.276 σε Λύκεια. Στη Ροδόπη το 52,34% και στην Ξάνθη το 73,1% των μουσουλμανοπαίδων ολοκληρώνει την υποχρεωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Επίσης, η φοίτηση των μουσουλμανοπαίδων σε δημόσια σχολεία είναι σχεδόν εξαπλάσια – 5,65 φορές – σε σχέση με το 1990. Το γεγονός αυτό δείχνει αυξημένη εμπιστοσύνη των μουσουλμάνων γονέων προς τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Στα πλαίσια της θεσμοθέτησης ειδικών θετικών διακρίσεων για τους μουσουλμάνους μαθητές θεσπίζεται το 1995 νόμος που προβλέπει τον καθορισμό χωριστού ποσοστού θέσεων για την εισαγωγή μουσουλμάνων μαθητών στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Στόχος του νόμου αυτού ήταν η διεύρυνση των εκπαιδευτικών ευκαιριών των μελών της μειονότητας αλλά και η ανακοπή του ρεύματος διαρροής μουσουλμάνων της Θράκης προς πανεπιστημιακά ιδρύματα της Τουρκίας.
Ως προς τη διακοπή φοίτησης σημειώνουμε πως μέχρι πρόσφατα τα ποσοστά διαρροής μαθητών αλλά και σχολικής αποτυχίας για τους απόφοιτους των μειονοτικών σχολείων ήταν ιδιαίτερα υψηλά. Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε αύξηση της συμμετοχής των μουσουλμάνων μαθητών στα δημόσια σχολεία και μεγαλύτερη συμμετοχή των κοριτσιών στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι χαρακτηριστικό πως και ανάμεσα στους μειονοτικούς κύκλους συχνά επισημαίνεται ότι το μειονοτικό σχολείο αδυνατεί να παράσχει τα απαραίτητα εφόδια για τον εκσυγχρονισμό της παρεχόμενης εκπαίδευσης και ότι η βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων δεν έχει επιφέρει την προσδοκώμενη βελτίωση στα εκπαιδευτικά ζητήματα.


Το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων
Στα πλαίσια των προσπαθειών του ελληνικού κράτους για τη βελτίωση της παρεχόμενης προς τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας εκπαίδευσης υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια αρκετά προγράμματα, άλλα βραχύβια κι άλλα μακροχρόνια. Από τα προγράμματα αυτά θα αναφερθούμε μόνο σε ένα, λόγω του μεγάλου οικονομικού κόστους του προγράμματος αυτού και λόγω του ότι, παρά κάποια θετικά βήματα, δεν απέφυγε μεγάλα πολιτικά και εκπαιδευτικά ατοπήματα.
Από το 1996 το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων παρουσιάσθηκε ότι στοχεύει στην προώθηση της ελληνομάθειας προσπαθώντας να εφαρμόσει θεωρητικά διαπολιτισμικά μοντέλα που ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα στη Θράκη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ως θετικά στοιχεία του προγράμματος μπορούμε να επισημάνουμε: τα βιβλία και το εποπτικό υλικό, την ενισχυτική διδασκαλία προς τους μουσουλμάνους μαθητές και τις επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών. Να πούμε επίσης ότι ανάμεσα στους επιμορφωτές του προγράμματος υπήρξαν τόσο αξιόλογοι επιστήμονες όσοι και άλλοι που απλώς έκαναν σεμιναριακό τουρισμό στη Θράκη αγνοώντας την τοπική εκπαιδευτική πραγματικότητα.
Το πρόγραμμα «Φραγκουδάκη-Δραγώνα», όπως ορισμένοι το αποκαλούν, είχε και πολλά αρνητικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Κατ’ αρχάς και με τρόπο αυθαίρετο ως αποκλειστική γλώσσα στήριξης των μουσουλμανοπαίδων για την εκμάθηση της ελληνικής χρησιμοποιήθηκε η τουρκική. Έτσι εκδόθηκαν δίγλωσσα (ελληνικά-τουρκικά) ηλεκτρονικά λεξικά και προγράμματα και έγιναν σεμινάρια τουρκικής γλώσσας για τους εκπαιδευτικούς. Για σεμινάρια πομακικής ή ρομανί ούτε κουβέντα. Σεμινάρια πομακικής γλώσσας διοργανώθηκαν – και πολύ πετυχημένα- από το Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης από το 2003 και μετά καθώς και από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ν. Ξάνθης από το 2009, αποδεικνύοντας ότι τα φληναφήματα αυτών που θεωρούν την πομακική «προφορική» γλώσσα είναι άτοπα και υποβολιμαία. Το πρόγραμμα «Φραγκουδάκη-Δραγώνα», σε θεωρητικό επίπεδο αντιμετώπισε ενιαία τους μουσουλμανόπαιδες ως τουρκόφωνους αγνοώντας πλήρως – κατά τρόπο απαράδεκτο - την ύπαρξη των πομακόφωνων και Ρομά μαθητών. Ο σεβασμός της γλωσσικής ετερότητας για το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων αφορούσε μόνο την τουρκική γλώσσα και όχι την πομακική και την ρομανί.
Παράλληλα το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων επεχείρησε να αποδομήσει τις έννοιες του πατριωτισμού και του έθνους με έκδοση εγχειριδίων που αναφέρουν ως ξεπερασμένες τις ιδέες περί πατριωτισμού και ως ιδέες του 19ου αιώνα τις μορφές των Ελλήνων ηρώων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα από τα κείμενα της Α.Φραγκουδάκη στο επιμορφωτικό υλικό που διένειμε στη Θράκη:

«Οι έννοιες έθνος, πατρίδα, πατριωτισμός χρειάζεται να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του παρόντος … ώστε από σύνθημα «ισότητα μέσα στην ποικιλία» να γίνει πραγματικότητα ο σεβασμός στις διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες των ευρωπαϊκών λαών».
« Οι πιο πολλές από τις εθνικές ιδέες τις οποίες σφυρηλάτησε ο 19ος αιώνας είναι ανεπίκαιρες… δεν ανταποκρίνονται στις αξίες της εποχής. Δεν είναι αρετή στις ευρωπαϊκές κοινωνίες του 21ου αιώνα ο ηρωισμός, δεν έχουν ιδεολογική νομιμότητα οι ιδέες του ηρωικού πάθους, του δίκαιου μίσους, του ιερού καθήκοντος της φυσικής εξόντωσης των εχθρών και της υποχρέωσης της θυσίας»
[Α.Φραγκουδάκη, «Η εθνική ταυτότητα, το έθνος και ο πατριωτισμός» Κλειδιά και Αντικλείδια. 2004 σ. 13, 26]

Δε μπορεί ένα πρόγραμμα που καλείται να εφαρμόσει την επίσημη κρατική πολιτική μιας χώρας να διέπεται από τέτοιες ισοπεδωτικές ιδέες του σχετικισμού, και να επιχειρεί να αποδομήσει την ίδια την ελληνική εθνική ταυτότητα και ιστορία. Λαός δίχως ιστορία είναι λαός δίχως μέλλον. Και μόνο απάτριδες μπορεί να θέλουν να «αναπροσαρμόσουν» την έννοια της πατρίδας. Απάτριδες ή όσοι επιθυμούν να επιβάλλουν τις ιστορικές εκδοχές «μιας άλλης πατρίδας».
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει πως το πρόγραμμα Φραγκουδάκη-Δραγώνα αγνόησε τη γλώσσα των Πομάκων είναι η περίπτωση Λεσίτσα-Μάικα το 2003. Το ελληνόγλωσσο σχολικό εγχειρίδιο της Γ’ Δημοτικού της περιόδου 2003-2004 ονομάζονταν Λεσίτσα. Η λέξη «λεσίτσα» στη γλώσσα των Πομάκων σημαίνει «αλεπού». Στο ίδιο αναγνωστικό συμπεριλαμβάνονταν η λέξη «μάικα» που σημαίνει «μάνα» στην πομακική. Κάποιοι μειονοτικοί παράγοντες διαμαρτυρήθηκαν και άσκησαν πιέσεις θεωρώντας πως με τις λέξεις αυτές απειλείται η εθνική ενότητα των Τούρκων.
Αντίθετα οι δάσκαλοι της μειονοτικής εκπαίδευσης υποστήριξαν το αναγνωστικό στέλνοντας σχετική επιστολή στην οποία μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Εμείς οι δάσκαλοι των μειονοτικών σχολείων δεν επιθυμούμε οποιαδήποτε παρέμβαση σ’ αυτό το εμπνευσμένο υλικό στο βωμό σκοταδιστικών αντιλήψεων που θεωρούν ότι το μεγάλο πρόβλημα της μειονότητας είναι η ύπαρξη των Πομάκων» (εφημερίδα Αντιφωνητής 7-7-2004).
Μετά τις κραυγές των δήθεν εκπροσώπων της μειονότητας η κυρία Φραγκουδάκη αποφάσισε να αποσύρει το αναγνωστικό της Γ’ τάξης των Μειονοτικού σχολείου (βιβλίου 2β) που περιείχε τις πομάκικες λέξεις λισίτσα (αλεπού) και μάικα (μάνα). Στην επόμενη έκδοσή του το αναγνωστικό δε λέγονταν πλέον «Η Λεσίτσα» αλλά «Η Λενίτσα». Κατά τα άλλα, σε θεωρητικό επίπεδο και στα «Κλειδιά και αντικλείδια» η υπεύθυνη του προγράμματος μιλούσε για τη μέγιστη σημασία της μητρικής γλώσσας, λέγοντας πως η υποτίμησή της οδηγεί τους μαθητές σε σχολική αποτυχία (Α.Φραγκουδάκη, Γλώσσα του σπιτιού και γλώσσα του σχολείου. Αθήνα 2003 σ. 35-40).
Στα αρνητικά του προγράμματος πρέπει να προστεθεί πως θεωρήθηκαν εκπρόσωποι της μειονότητας μισθωτοί της Άγκυρας στη Θράκη. Ως εκ τούτου στο Συνέδριο που έγινε για τα δεκάχρονα του προγράμματος στην Αθήνα στις 9-11 Φεβρουαρίου 2007 οι δήθεν εκπρόσωποι της μειονότητας ανέλαβαν να διαφημίσουν το έργο. Ο Σύλλογος Επιστημόνων Μειονότητας εξέδωσε μία διθυραμβική ανακοίνωση (βλ. εφ. Αγώνας 15/2/2007) με περιλήψεις των εισηγήσεων γνωστών μειονοτικών «δημοσιογράφων» που τους συναντάμε τη μια χρονιά να προεδρεύουν της «Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης», την επόμενη χρονιά να ηγούνται του ονομαζομένου «Συλλόγου Επιστημόνων Μειονότητας», την επόμενη χρονιά να σκορπούν ανθελληνικό μίσος και διχόνοια σε έντυπα που προπαγανδίζουν την ιδεολογία του σφαγέα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Άτομα που όλο και πιο συχνά κάνουν μυστικές συνεδριάσεις με το Γενικό Επιτελείο Στρατού της προς ανατολάς γείτονος χώρας, άτομα που καθημερινά υβρίζουν τους θεσμούς και την ιστορία της χώρας που γεννήθηκαν, της Ελλάδας, θεωρώντας κάποια άλλη χώρα ως μητέρα-πατρίδα τους.
Συνολικά θα μπορούσε να αποτιμηθεί ότι ο προσανατολισμός του προγράμματος ήταν ανθελληνικός και αντιπομακικός και ότι μόνο τις στοχεύσεις της Τουρκίας σταδιακά εξυπηρέτησε. Το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων , διαχειριζόμενο υπέρογκα χρηματικά κονδύλια παρήγαγε έργο δυσανάλογης αξίας σε σχέση με τον προϋπολογισμό του. Επιπλέον, όχι απλά δεν αμφισβήτησε , αλλά ενίσχυσε το ρόλο των μειονοτικών σχολείων ως κρατικών εκτουρκιστηρίων. Όμως αυτά τα κρατικοδίαιτα εκτουρκιστήρια-εκκοκιστήρια εθνοτικών ταυτοτήτων χρηματοδοτούνται παράνομα (ακόμα και σήμερα σε καιρούς κρίσης) από τον Έλληνα φορολογούμενο κατασκευάζοντας εδώ και δεκαετίες τουρκικές ταυτότητες για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Με τον τρόπο που συνεχίζουν να λειτουργούν, και υπό το επιστημονικό περίβλημα της ανοχής της ετερότητας, τα μειονοτικά σχολεία δυναμιτίζουν την ομαλή συνύπαρξη, καλλιεργούν το εθνοτικό μίσος του άλλου και αποδυναμώνουν τις προοπτικές ενσωμάτωσης των μουσουλμανοπαίδων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων προσπάθησε να δώσει τονωτικές ενέσεις σε ένα σχολείο σκοταδιστικό και οπισθοδρομικό, ένα σχολείο που οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι της Θράκης, όταν μπορούν, το εγκαταλείπουν. Όμως δεν μπορούν πάντοτε να το εγκαταλείψουν, όταν σε πολλά χωριά δεν έχουν τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο δημόσιο και το δίγλωσσο ελληνο-τουρκικό μειονοτικό σχολείο.
Το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων δε δικαιούται να καρπώνεται τη μείωση της σχολικής διαρροής και τη θεαματικά αυξανόμενη συμμετοχή μουσουλμάνων στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα (πρωτοβάθμια-δευτεροβάθμια-τριτοβάθμια). Αντίθετα, η αύξηση της συμμετοχής μουσουλμάνων στα δημόσια σχολεία καταδεικνύει την αποτυχία του μειονοτικού σχολείου: οι μουσουλμάνοι Έλληνες γονείς αντιλαμβάνονται ότι τα παιδιά τους, παρακολουθώντας το δίγλωσσο πρόγραμμα σπουδών, δεν είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν ενταξιακά στις σύγχρονες απαιτήσεις της εργασίας και της επιστήμης και τα εγγράφουν πλέον στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα.


Ειρηνική συμβίωση και εκπαίδευση δίχως αποκλεισμούς
Οι πολιτισμικές ομάδες που συνυπάρχουν στη Θράκη διατηρούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, χωρίς μηχανισμούς κοινωνικού αποκλεισμού και με ελευθερία έκφρασης για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την καταγωγή, τη γλώσσα ή τη θρησκεία τους. Με το δεδομένο αυτό η εκπαίδευση δε χρειάζεται να αναπαράγει τα κοινωνικά στερεότυπα. Μπορεί αντίθετα, να τα αμφισβητεί, αντικαθιστώντας τα με δημόσιες πρακτικές που εξισορροπούν τον επίσημο κρατικό λόγο με το σεβασμό της πολιτισμικής και γλωσσικής ιδιαιτερότητας. Σε μια Ευρώπη όπου είναι αισθητή η διαπάλη ανάμεσα στο γλωσσικό πλουραλισμό και τις προσπάθειες ενσωμάτωσης σε τοπικά γλωσσικά σύνολα, οι Ευρωπαϊκές χώρες σταδιακά υιοθετούν πολιτικές αναγνώρισης και προαγωγής της γλωσσικής πολυμορφίας. Ένα σχολείο που συμβάλλει στην εξερεύνηση της διαφορετικότητας και προάγει την ανεκτικότητα, τον αλληλοσεβασμό και τη διαπολιτισμική επικοινωνία είναι το σχολείο που χρειάζονται τόσο τα μέλη των γλωσσικών μειονοτήτων όσο και οι φυσικοί ομιλητές της επίσημης γλώσσας της χώρας.

Διγλωσσία, Τριγλωσσία και μαθησιακές δυσκολίες
Σημαντική συνιστώσα των μαθησιακών δυσκολιών στη μειονοτική εκπαίδευση αποτελεί το ζήτημα της διγλωσσίας. Παλαιότερα η παράλληλη χρήση δύο ή και περισσότερων γλωσσών θεωρούνταν ότι δεν διευκολύνει την ανάπτυξη άλλων δεξιοτήτων (μουσικών, επιστημονικών, μαθηματικών κ.λπ.), ενώ ακόμα και αυτή καθεαυτή η γνώση των γλωσσών αυτών θεωρούνταν αποσπασματική. Νεώτεροι συγγραφείς όπως ο Cummins έδειξαν ότι μαθητές που ανήκουν σε κάποια γλωσσική μειονότητα και διδάσκονται στη γλώσσα αυτή μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του αναλυτικού προγράμματος εξίσου καλά με τους μαθητές που διδάσκονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους. Ένα σημαντικό στοιχείο που επισημάνθηκε είναι ότι οι μαθητές που έχουν επάρκεια στη χρήση της μητρικής τους γλώσσας μπορούν να μεταφέρουν αυτή την επάρκεια στην εκμάθηση και μιας δεύτερης γλώσσας. Η διγλωσσία από μόνη της δεν θα αποτελούσε πρόβλημα στο βαθμό που εφαρμόζονται προγράμματα διπλής κατεύθυνσης, τα οποία αναπτύσσουν εξίσου επαρκώς την ικανότητα στο γραπτό λόγο σε δύο γλώσσες. Ο Cummins τόνισε πως εάν μία μειονοτική γλώσσα και κουλτούρα αποκλειστεί από τη μαθησιακή διαδικασία θα περιοριστούν και οι ακαδημαϊκές ικανότητες των χρηστών τους. Αντίθετα, όταν το σχολείο ενσωματώνει, ενθαρρύνει και δίνει αξία στη μητρική γλώσσα, αυξάνονται οι πιθανότητες οι μαθητές να έχουν περισσότερα κίνητρα για προσέγγιση, τόσο της πλειονοτικής γλώσσας, όσο και των υπόλοιπων σχολικών δεξιοτήτων.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι εκπαιδευτικές και ψυχολογικές συνέπειες από τον αποκλεισμό των μητρικών γλωσσών από τη διδασκαλία οδηγούν τους τρίγλωσσους μαθητές σε ένα στίγμα κατωτερότητας, όπου η υποτίμηση της μητρικής γλώσσας ενισχύει την απόρριψη της πολιτιστικής ταυτότητας.
Η επιβολή, εδώ και δεκαετίες, της διγλωσσίας στο τουρκο-ελληνικό μειονοτικό σχολείο της Θράκης έχει προκαλέσει πολλές μαθησιακές δυσκολίες στους μουσουλμάνους μαθητές, που έχουν επισημανθεί τόσο από τους ίδιους, όσο και από τους ευσυνείδητους εκπαιδευτικούς που κάνουν μεγάλο αγώνα για να βοηθήσουν τα παιδιά (βλ. τα Πρακτικά της Ημερίδας του ΠΑΚΕΘΡΑ και του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης με τίτλο «Η τριγλωσσία στη μειονοτική εκπαίδευση και τα μαθησιακά προβλήματα των Πομάκων μαθητών, Ξάνθη 2006). Επιπλέον, όταν τα παιδιά έχουν άλλη μητρική γλώσσα (πομάκικα, ρομανί) και αναγκάζονται από το μειονοτικό σχολείο να μάθουν τα τουρκικά, τότε μιλάμε για τριγλωσσία, η οποία μπορεί να είναι εν δυνάμει πλεονέκτημα, με τον όρο ότι υπάρχει σεβασμός της μητρικής γλώσσας των παιδιών.

Δίγλωσσα νηπιαγωγεία: ποιον εξυπηρετούν;
Τον τελευταίο καιρό πολλοί μειονοτικοί σύλλογοι ζητούν επίμονα την εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας στα δημόσια νηπιαγωγεία όπου φοιτούν μουσουλμάνοι μαθητές. Το επιχείρημά τους είναι ότι η γνώση της τουρκικής θα βοηθήσει τα παιδιά στην εκμάθηση της ελληνικής. Αυτό όμως ίσως ισχύει μόνο για τους μαθητές που έχουν μητρική γλώσσα την τουρκική και όχι για τους Πομάκους και τους Ρομά.
Υλοποιώντας την παραπάνω απαίτηση, έχει προεξαγγελθεί από την γραμματέα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης κ. Θάλεια Δραγώνα ένα νέο μέτρο, που αποτελεί ένα νέο μεγάλο ολίσθημα, με πρόσχημα το σεβασμό στην ετερότητα, και χαϊδεύει τη χειρότερη μορφή του μισθωτού κεμαλικού εθνικισμού στη Θράκη. Μιλάμε για τη χρήση της τουρκικής, παράλληλα με την ελληνική στα δημόσια ελληνικά νηπιαγωγεία της Θράκης «κατά περίπτωση» και «εφόσον ζητηθεί».
Φαίνεται πως αυτοί που εμφανίζονται ενθουσιασμένοι από τις εξαγγελίες είναι οι «δημοσιογράφοι» των τουρκόφωνων προπαγανδιστικών εφημερίδων. Επίσης μειονοτικοί παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης, πρόεδροι μειονοτικών συλλόγων κ.λπ. Όσοι ζούμε στη Θράκη γνωρίζουμε ποιοι είναι όλοι αυτοί και εάν εκπροσωπούν τους μουσουλμάνους της Θράκης ή μυστικούς σχεδιασμούς του τουρκικού σωβινισμού, που κατά τρόπο ρατσιστικό επιδιώκει να εξαφανίσει κάθε πολιτισμική και γλωσσική ιδιαιτερότητα ανάμεσα στους μουσουλμάνους. Αυτοί δηλαδή που σε τακτά χρονικά διαστήματα είναι επίσημοι προσκεκλημένοι του Ερντογάν σε ειδικά συνέδρια, όπου, δίπλα στην τουρκική σημαία και το πορτρέτο του σφαγέα του ελληνισμού Κεμάλ Ατατούρκ, προβάλλει ο χάρτης του δήθεν «κρατιδίου της Τουρκικής Δημοκρατίας της Δυτικής Θράκης», που έχει ήδη τη σημαία του και τον κατασκευασμένο εθνικό του ύμνο και πολλές ιστοσελίδες – κατασκευασμένες από τον τουρκικό στρατό- να την προπαγανδίζουν.
Όμως, όταν εκπρόσωποι της ελληνικής πολιτείας συνδιαλέγονται με υπαλλήλους της Άγκυρας υποχωρεί κάθε έννοια εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Το ερώτημα είναι γιατί η κυρία Ειδική Γραμματέας (Θάλεια Δραγώνα) εκτός από τη γνώμη αυτών που αυτοπροσδιορίζονται ως ΤΟΥΡΚΟΙ δε ζητάει τη γνώμη και
· του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Ν.Ξάνθης
· του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Γλαύκης
· του Πανελλήνιου Συλλόγου Πομάκων
· του Συλλόγου Γυναικών Ρομά
· του Συλλόγου Ελλήνων Μουσουλμάνων στον Άβαντα της Αλεξανδρούπολης
· του Κέντρου Πομακικών Ερευνών κ.λπ.
Μήπως αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη αυτών των συλλόγων, τη στιγμή που επισημοποιεί άτομα και συλλογικότητες που έχουν καταδικαστεί στη συνείδηση της μειονότητας και εργάζονται για το διχασμό και την κατασκευή ανύπαρκτων εθνικών ταυτοτήτων; Διότι ο Τσιγγάνος και ο Πομάκος ουδεμία φυλετική σχέση δεν έχει με τους Τούρκους. Σε επίπεδο στερεοτύπων οι Πομάκοι χαρακτηρίζουν τους Τούρκους υποτιμητικά ως Τσιτάκ και οι Ρόμηδες αποκαλούν τους Τούρκους «Χοραχάη» και τη γλώσσα τους «Χοραχανέ», φράσεις ιδιαίτερα υποβαθμιστικές, ενώ με τη σειρά τους οι Τούρκοι θεωρούν τους Πομάκους άξεστους και πρώην γκιαούρηδες. Όμως όλοι οι απλοί μουσουλμάνοι Έλληνες αγαπούν τον τόπο που γεννήθηκαν την Ελλάδα και δεν επιθυμούν τη διχόνοια και τη μισαλλοδοξία. Θέλουν, όπως και οι χριστιανοί Έλληνες, να ζουν με αγάπη και συνεργασία στη δημοκρατική Ελλάδα, που έχει αποδείξει πως σέβεται την πολιτισμική ετερότητα.
Σε ποιους , αλήθεια, απευθύνεται, το μέτρο του δίγλωσσου νηπιαγωγείου; Ποιους ικανοποιεί;
Πού θα εφαρμοστεί το δίγλωσσο νηπιαγωγείο; Στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη, στον Εχίνο, στον Κένταυρο, στην Οργάνη; Η απάντηση της ειδικής γραμματέως είναι «Όπου ζητηθεί»… Είναι βέβαιο πως θα ζητηθεί, όπως έχει ήδη ζητηθεί. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του συλλόγου επιστημόνων μειονότητας Δυτικής Θράκης προς την κ. Δραγώνα (Εφ. Εμπρός 23/3/2010), ο οποίος έσπευσε να εκφράσει τη βαθύτατη ικανοποίησή του από τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν. Προχωρώντας σε επιπλέον αιτήματα, ο ίδιος σύλλογος ζητάει την αύξηση του αριθμού των μετακλητών από την Τουρκία δασκάλων από 16 σε 35. Είναι γνωστό πως η Τουρκία έστελνε ανέκαθεν, ως δήθεν διδασκάλους της τουρκικής στα μειονοτικά σχολεία, υπαλλήλους της ΜΙΤ, οι οποίοι αναλάμβαναν επιπλέον έργο άσκησης ψυχολογικής βίας προς τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες, αλλά και διαμόρφωσης ενός κλίματος ανθελληνικού φανατισμού. Αυτοί είναι οι εκπρόσωποι που το Υπουργείο Παιδείας θα λάβει σοβαρά υπόψη του για την οικοδόμηση του νέου σχολείου;
Εάν υποτεθεί ότι ισχύσει η διγλωσσία (τουρκικά-ελληνικά) σε ένα δημόσιο νηπιαγωγείο στη Μύκη, στον Εχίνο ή στον Κένταυρο, θα συντελούνταν ένα νέο έγκλημα σε βάρος των Πομάκων και των Ρομά της Θράκης, ένας βιασμός της ιστορίας τους και επιβολή μιας γλώσσας άσχετης με τη μητρική τους. Διότι αν υποτεθεί πως θα ζητηθεί από κάποιους στον Εχίνο και τον Κένταυρο (χωριά 100% πομακόφωνα) η εισαγωγή της τουρκικής στα νηπιαγωγεία, τα ανυπεράσπιστα παιδιά θα υποστούν ένα νέο γλωσσικό βιασμό, μία νέα παραβίαση του δικαιώματος να ομιλούν τη μητρική τους γλώσσα.
Στο Εχίνο, όπως και στα υπόλοιπα 70 πομακοχώρια της Ξάνθης (σε όλη τη Θράκη έχουμε 160 πομακοχώρια) τα παιδιά κάθε μέρα λένε:
-Kak si? – Yátse húbave!
Όπως στο Δροσερό λένε στα ρόμικα:
-Σο κερές; - Μπουτ λατσό!
Όπως οι τουρκόφωνοι μαθητές στο Εράσμιο λένε:
- Ne yapιyorsun? - Cok iyi!
Δηλαδή:
-Τι κάνεις; - Πολύ καλά!
Πομάκικα-Ρόμικα-Τουρκικά-Ελληνικά. Τέσσερις διαφορετικές γλώσσες. Τέσσερα διαφορετικά συστήματα αναφοράς και πρόσληψης της πραγματικότητας. Η συνύπαρξη των γλωσσών στη Θράκη αποτελεί πλεονέκτημα για την περιοχή μας και πολιτισμικό πλούτο και ως τέτοιος πρέπει να αντιμετωπίζεται στα πλαίσια της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης.

Ας μιλήσουμε ανοιχτά: Η εισαγωγή της τουρκικής στα δημόσια (ΟΧΙ μειονοτικά) νηπιαγωγεία ισοδυναμεί με επέκταση της μειονεκτικής εκπαίδευσης προς τα κάτω. Εκεί που θα έπρεπε τα παιδιά από μικρή ηλικία να ενταχθούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δημιουργείται ένα νόθο τουρκο-ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, που μόνο σύγχυση προκαλεί. Το προτεινόμενο μέτρο μάς πάει εξήντα χρόνια πίσω, στην δεκαετία του1950 , τότε που μετονομάζονταν τα μουσουλμανικά σχολεία σε σχολεία «τουρκικά» από την επίσημη ελληνική διοίκηση. Αυτό τότε ήταν νατοϊκή επιλογή, στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου. Με την τωρινή πρόταση μοιάζει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να προσδιορίζεται από ξένες χώρες, αφήνοντας τους μουσουλμάνους πολίτες της χώρας μας έρμαια της τουρκικής προπαγάνδας που οργιάζει σήμερα στη Θράκη.
Θα μπορούσε εδώ κάποιος να αντιτείνει ότι πρόκειται για έναν πολιτικό ελιγμό. Σίγουρα θα ήμασταν αφελείς για να πιστέψουμε κάτι τέτοιο, εφόσον τέτοια πισωγυρίσματα υποσκάπτουν το ίδιο το μέλλον της Θράκης, εκτός από το προσωπικό μέλλον αυτών των παιδιών, που έχουμε χρέος ως εκπαιδευτικοί να σεβαστούμε και να προστατέψουμε. Και όλοι γνωρίζουμε πως ένα πολιτικό σφάλμα ολκής, όπως αυτό που έχει προταθεί, θα αφήσει δυσεπούλωτες πληγές στην πολιτική της ελληνικής πολιτείας απέναντι στους μουσουλμάνους Έλληνες.
Ως εκπαιδευτικός, θα ήθελα κυρίως να τονίσω πως αυτό το μέτρο θα συνέβαλε στην γκετοποίηση, τη διαίρεση, το φανατισμό, την καλλιέργεια εθνοτικού μίσους. Θα πολλαπλασίαζε τις ανισότητες, θα αφαιρούσε από τους νέους μουσουλμάνους Έλληνες τα αναγκαία εργαλεία πρόσκτησης γλωσσικών ικανοτήτων, θα τους πρόσθετε τα βαρίδια της ημιμάθειας και θα διαιρούσε χριστιανούς και μουσουλμάνους στη Θράκη. Με δυο λόγια: Όχι πρόσθεση, αλλά αφαίρεση, όχι πολλαπλασιασμός αλλά διαίρεση. Δηλαδή, ανατροπή του αυτονόητου και επιλογή της αμάθειας σε βάρος της γνώσης. Και το σημαντικότερο: Αυτό το μέτρο, εάν ποτέ εφαρμοζόταν, θα καταδίκαζε μία νέα γενιά μουσουλμάνων στην αγραμματοσύνη, θα μεγέθυνε τα μαθησιακά τους κενά και θα δυσκόλευε την ολοκληρωμένη πρόσληψη βασικών εννοιών του χώρου και του χρόνου.
Αντί των δίγλωσσων νηπιαγωγείων, θα ήταν χρησιμότερο στα πομακοχώρια να διορίζονται Πομάκοι νηπιαγωγοί και να χρησιμοποιούν ως γλώσσα στήριξης την πομακική. Τι θα γίνει όμως στις πόλεις όπου ο μαθητικός πληθυσμός είναι μικτός; (Χριστιανοί-Πομακόφωνοι-τουρκόφωνοι και Ρομά στο ίδιο νηπιαγωγείο); Είναι κατανοητό πως οποιαδήποτε μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες του κάθε σχολείου.

Για μία νέα προσέγγιση της μειονοτικής εκπαίδευσης

Για μια νέα προσέγγιση της μειονοτικής εκπαίδευσης, σε θεσμικό επίπεδο, προτείνουμε τα ακόλουθα:
1. Η εκπαίδευση πρέπει να είναι ΜΙΑ, ενιαία, κοινή, ισότιμη για όλους τους Έλληνες πολίτες, χριστιανούς και μουσουλμάνους
2. Για όσους μαθητές το επιθυμούν, να γίνονται (εκτός σχολείου) σεμινάρια, επιδοτούμενα από το ελληνικό κράτος, μητρικής γλώσσας στην τουρκική, πομακική, ρoμανί.
3. Να διδάσκεται σε ειδικά σεμινάρια για εκπαιδευτικούς το γλωσσικό ιδίωμα (πομακικά, ρομανί, τουρκικά) των μαθητών.
4. Συνεργασία των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Σύνδεση της πρωτοβάθμιας με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για κοινή αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών.
5. Διδασκαλία των μαθηματικών, της φυσικής και της χημείας στην ελληνική στα πρωτοβάθμια μειονοτικά σχολεία.
6. Εισαγωγή της διδασκαλίας του Κορανίου στα δημόσια σχολεία. Είναι απαράδεκτο την ώρα που οι χριστιανοί μαθητές του δημόσιου σχολείου κάνουν θρησκευτικά, οι μουσουλμάνοι μαθητές του ίδιου σχολείου να βγαίνουν στην αυλή, αντί να διδάσκονται τη θρησκεία τους από μουσουλμάνους θεολόγους.
7. Η ελληνική πολιτεία οφείλει βάσει του Συντάγματος να ιδρύσει ΠΑΝΤΟΥ δημόσια σχολεία. Τα μειονοτικά μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν μόνο συμπληρωματικά και πέραν του υποχρεωτικού και ενιαίου, για όλους τους πολίτες αυτής της χώρας, αναλυτικού προγράμματος. Ο κάθε γονιός θα πρέπει να μπορεί να διαλέξει σε ποιο σχολείο να στείλει τα παιδιά του. Να δρομολογηθεί η παράλληλη λειτουργία δημόσιων και μειονοτικών σχολείων.
8. Οι εκάστοτε υπεύθυνοι Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης να πάψουν να θεωρούν ως εκπροσώπους της μειονότητας τους μισθωτούς της Άγκυρας ή της Εργκένεκον που έχουν απλωμένα τα πλοκάμια τους στη Θράκη. Αντί να ενδίδει η ελληνική πολιτεία στις ύποπτες προτάσεις των πρακτόρων της Άγκυρας, ας ακούσει τις φωνές των εκπαιδευτικών της μειονοτικής εκπαίδευσης και των συλλόγων των Πομάκων και των Ρομά. Έτσι, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη: οι προτάσεις των εκπαιδευτικών στην ημερίδα του ΠΑΚΕΘΡΑ και του ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης για την Τριγλωσσία (22 Φεβρουαρίου 2006) και οι προτάσεις του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Ν. Ξάνθης (εφ. Αγώνας 19/3/2010) σε επιστολή τους προς την Υπουργό Παιδείας.
9. Έμφαση στην ελληνόφωνη προσχολική αγωγή και στη δημιουργία παιδικών σταθμών από το Υπουργείο Υγείας σε όλα τα χωριά.
10. Γενίκευση του ολοήμερου σχολείου, αναπροσαρμογή του σχολικού προγράμματος, ίδρυση βιβλιοθηκών, αύξηση των επισκέψεων και των εξωδιδακτικών δραστηριοτήτων αγωγής υγείας θεατρικής παιδείας και περιβαλλοντικής αγωγής
11. Να καταγγελθούν τα κατάπτυστα μορφωτικά πρωτόκολλα της ψυχροπολεμικής περιόδου (20/4/1951, 20/12/1968). Ας καταλάβουμε επιτέλους πως οι συνθήκες που τα δημιούργησαν έχουν αλλάξει. Να μην καθορίζεται η εκπαίδευση των Ελλήνων πολιτών από οποιαδήποτε ξένη χώρα.
12. Αναβάθμιση του επιπέδου των μουσουλμάνων φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με ενισχυτική διδασκαλία.
Για να υλοποιηθούν αυτές οι προτάσεις θα πρέπει οι μικροκομματικές σκοπιμότητες να σταματήσουν να καθορίζουν τη στάση των πολιτικών εκπροσώπων (βουλευτών, δημάρχων, νομαρχών, περιφερειαρχών κ.λπ.) απέναντι στην εκπαίδευση των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών. Οι εκπαιδευτικές και μαθησιακές ανάγκες των παιδιών θα πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής που τα αφορά.
Επιπλέον θα πρέπει να τεθεί τέρμα στην ενδοτικότητα των Ελλήνων πολιτικών και στον ετεροπροσδιορισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής από ξένες χώρες. Οι όποιες προτάσεις-παρεμβάσεις δεν θα πρέπει να είναι δέσμιες μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και ισορροπιών. Αντίθετα θα πρέπει να προσδιορίζονται από σοβαρές και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις.

Της το αποφασίσουμε τι σχολεία θέλουμε:
· Σχολεία ενταξιακά ή σχολεία αποκλεισμού;
· Σχολεία που προωθούν τη γνώση ή σχολεία που καταδικάζουν στην αμάθεια.;
· Σχολεία επικοινωνίας ή σχολεία γκέτο;
· Σχολεία που καλλιεργούν την ειρήνη ή το φανατισμό;


Η προστασία των γλωσσικών δικαιωμάτων των μουσουλμάνων Ελλήνων
Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα (16/12/1966, επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το ΦΕΚ 45/Α/19.3.85) αναγνωρίζει στο άρθρο 13 το δικαίωμα μόρφωσης κάθε ανθρώπου τονίζοντας ότι «η μόρφωση πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειάς της και να ενισχύει τον σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες». Αυτά τα βασικά μορφωτικά δικαιώματα δεν πληρούνται στην περίπτωση των ελλειμματικών μειονοτικών σχολείων. που γκετοποιούν τα παιδιά σε σχέση με τον κοινωνικό τους περίγυρο, που δημιουργούν αισθήματα υποβίβασης της μητρικής γλώσσας για τους Πομάκους και τους Ρομά μαθητές.
Η Σύμβαση κατά των Διακρίσεων στην Εκπαίδευση (UNESCO), που υπογράφηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1960 τονίζει (άρθρο 4) ότι η εκπαιδευτική πρακτική πρέπει να αποσκοπεί στην προαγωγή της ισότητας ευκαιριών και ότι το επίπεδο εκπαίδευσης πρέπει να είναι ισότιμο σε όλα τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα της ίδιας βαθμίδας. Στο άρθρο 5 της ίδιας σύμβασης τονίζεται ότι είναι απαραίτητο να αναγνωρίζεται στα μέλη των μειονοτήτων το δικαίωμα να ασκούν τις δικές τους εκπαιδευτικές δραστηριότητες, να διατηρούν δικά τους σχολεία και, ανάλογα με την εκπαιδευτική πολιτική του κάθε κράτους, να χρησιμοποιούν ή να διδάσκουν τη δική τους γλώσσα εφόσον όμως:
(i) Το δικαίωμα αυτό δεν ασκείται κατά τρόπο που να παραμποδίζει τα μέλη αυτών των μειονοτήτων να κατανοούν την πολιτιστική κληρονομιά και γλώσσα της κοινότητας ως συνόλου και να συμμετέχουν στις δραστηριότητές της ή κατά τρόπο που να θέτει σε κίνδυνο την εθνική κυριαρχία.
(ii) Το επίπεδο της εκπαίδευσης δεν είναι κατώτερο από το γενικό επίπεδο που καθορίζεται ή εγκρίνεται από τις αρμόδιες αρχές και
(iii) Η φοίτηση στα σχολεία αυτά είναι προαιρετική.
Οι παραπάνω προσδιοριστικές αναφορές θα αποτελούσαν χρήσιμους άξονες για την οικοδόμηση μιας ενιαίας εκπαίδευσης που θα σέβεται παράλληλα τη πολιτισμική και γλωσσική διαφορετικότητα. Δυστυχώς, στην περίπτωση της μειονοτικής εκπαίδευσης που ισχύει σήμερα στην Ελλάδα αυτό δεν ισχύει, εφόσον το μειονοτικό σχολείο, κατά κοινή παραδοχή, παρέχει εκπαίδευση διαφορετική και όχι ισότιμη. Επιπλέον είναι ένα σχολείο ρατσιστικό που προκαλεί διακρίσεις τόσο σε θρησκευτικό επίπεδο (μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων μαθητών) όσο και σε επίπεδο πολιτισμικό (μεταξύ Τούρκων, Πομάκων και Ρομά μαθητών). Κι αυτά την ίδια στιγμή που το υφιστάμενο μειονοτικό σχολείο υπηρετεί το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία και καταδικάζει τους μαθητές του στην αγραμματοσύνη.

Τα γλωσσικά δικαιώματα των Πομάκων και των Ρομά
Η χρήση της τουρκικής στα μειονοτικά σχολεία με πομακόφωνους και Ρομά μαθητές σε τι αποσκοπεί; Αυτό που σίγουρα συνεπάγεται είναι ο υποβιβασμός της μητρικής γλώσσας των Πομάκων και των Ρομά (σε αντίθεση με τα διεθνώς προβλεπόμενα για την προστασία των μητρικών γλωσσών).
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο σεβασμός απέναντι στις ολιγότερο ομιλούμενες μητρικές γλώσσες αποτελεί θεμελιώδη αρχή. Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες (Στρασβούργο - 1992) δίνει έμφαση στο σεβασμό της γλωσσικής ετερότητας. Τα κράτη-μέλη οφείλουν, σύμφωνα με αυτόν, να λαμβάνουν μέτρα προστασίας των διαφορετικών γλωσσών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά μέσα στην επικράτειά τους. Η αναγνώριση των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών θεωρείται ως "έκφραση πολιτισμικού πλούτου" (άρθρο 7 παρ. 1). Καθορίζοντας δε την πολιτική τους ανάλογα με τις ανάγκες και επιθυμίες των γλωσσικών ομάδων, τα κράτη πρέπει να απαλείψουν τις διακρίσεις-περιορισμούς που υπάρχουν σε βάρος κάποιων ολιγότερο ομιλουμένων γλωσσών και να προωθήσουν την αμοιβαία κατανόηση ανάμεσα στις γλωσσικές ομάδες μιας χώρας (άρθρο 7 παρ. 2-4).
Η Πομακική γλώσσα είναι ένα παλαιοσλαβικό ιδίωμα με πολλές ομοιότητες με τις νοτιοσλαβικές γλώσσες (βουλγαρική, σερβική κ.λπ.), αλλά και με στοιχεία της τουρκικής και της ελληνικής γλώσσας. Αποτελεί μία από τις πιο ζωντανές ολιγότερο ομιλούμενες γλώσσες της Ευρώπης και δεν μπορεί πλέον να θεωρείται άγραφη γλώσσα, εφόσον έχουν εκδοθεί πολλά εγχειρίδια διδασκαλίας της καθώς και άλλες εκδόσεις κειμένων. Οι σλαβόφωνοι μουσουλμάνοι της Θράκης αυτοαποκαλούνται Πομάκοι, όρος που εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 19ου αιώνα.
Ως προς τους «Τούρκους» της Θράκης, από ιστορική άποψη έχει τονιστεί πως δεν αποτελούν ενιαία οντότητα. Ένα μέρος των τουρκόφωνων είναι απόγονοι των τουρκικών φύλων (Γιουρούκων, Τατάρων κ.λπ.) από τη Μικρά Ασία. Ένα τμήμα των τουρκόφωνων του Ν.Ξάνθης αυτοαποκαλούνται «Κονιαλήδες», ενώ οι Πομάκοι τους χαρακτηρίζουν «Τσιτάκ». Ενδιαφέρουσα υποκατηγορία μουσουλμάνων της Ξάνθης είναι οι απόγονοι αφρικανών από την Αίγυπτο και το Σουδάν που μεταφέρθηκαν κατά το 19ο αιώνα ως δουλοπάροικοι και εργάτες γύρω από την περιοχή του μεγάλου παραποτάμιου δάσους του Νέστου (Κοτζά Ορμάν). Στην ορεινή Ροδόπη κάποιοι τουρκόφωνοι μαρτυρούν ότι κατάγονται από το «ιπέκ γιολού» το δρόμο του μεταξιού, δηλαδή οι πρόγονοί τους ήρθαν από τα βάθη της Ασίας και μιλούσαν μία άλλη γλώσσα, όχι τουρκικά. Να πούμε επίσης πως οι Τούρκοι του κάμπου της Θράκης μιλούν ιδιώματα της τουρκικής που διαφέρουν πολύ από τα τουρκικά της Τουρκίας.
Θα πρέπει να δώσουμε και κάποια ιστορικά στοιχεία για τη γλώσσα των Ρομά (τα τσιγγάνικα). Η πρώτη αναφορά για την παρουσία Ρομά στη Θράκη γίνεται το 1068. Η τουρκική απογραφή του 1910, στο σύνολο των 4.000 Αθιγγάνων της Θράκης προσδιορίζει ότι οι 2.400 από αυτούς ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και μόνο οι 1.600 ήταν μουσουλμάνοι. Οι μεγαλύτεροι οικισμοί Ρομά απαντώνται στην πόλη της Ξάνθης και στο Δροσερό, στην Κομοτηνή, στις συνοικίες Ήφαιστος και ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ της Κομοτηνής, στις Σάπες, στον Πολύανθο, στους Αμαξάδες, στα Νεύρα και στον Άρατο, στην Αλεξανδρούπολη και στο Διδυμότειχο. Ο συνολικός τους αριθμός υπολογίζεται σε 20.000 περίπου άτομα που κατοικούν στη Θράκη (10.000 στην Ξάνθη).
Με βάση τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία γίνεται αντιληπτό πως ο όρος «τουρκο-μουσουλμανική» μειονότητα που προσπαθούν κάποιοι να εισάγουν ανεξαιρέτως για όλους τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες της Θράκης είναι ρατσιστικός και καταστρατηγεί τα γλωσσικά και μορφωτικά δικαιώματα μεγάλου τμήματος των μουσουλμάνων


Η εκπαίδευση του μουσουλμάνων Ελλήνων στα χέρια του τουρκικού εθνικισμού
Δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες η μειονοτική εκπαίδευση στην Ελλάδα έχει καταστεί έρμαιο των σχεδιασμών του τουρκικού εθνικισμού για την άλωση της Θράκης. Αυτό έχει επισημανθεί και από πολλούς σοβαρούς πολιτικούς. Για παράδειγμα, αναφορικά με τη σχέση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με την πολιτική της Τουρκίας είναι χαρακτηριστική η επερώτηση (Xanthi News 6/6/2007 σ. 12, Εμπρός 7/6/2007 σ. 11) 33 βουλευτών του ΠΑΣΟΚ στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 31/5/2007, στην οποία αναφέρονται για την Τουρκία, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(Η Τουρκία) «Επιδιώκει να παρέμβει στη Θράκη, όχι για να υποστηρίξει την ελληνική πολιτική ισονομίας και ισοπολιτείας, αλλά για να την υπονομεύσει στοχεύοντας στην αύξηση της απομόνωσης της μουσουλμανικής μειονότητας και την περιχαράκωσή της γύρω από το Προξενείο. Τούρκοι αξιωματούχοι επισκέπτονται την περιοχή κηρύσσοντας τον διαχωρισμό και κάνοντας επίδειξη δύναμης. Προωθείται η πολιτιστική γενοκτονία των διαφορετικών εθνοτικών ομάδων της μειονότητας με την έξωθεν επιβολή «γνήσιων» τουρκικών πολιτιστικών προτύπων που καμία σχέση δεν έχουν με τον μουσουλμανικό πολιτισμό της Θράκης. Για πρώτη φορά εκδίδονται νέα διαβατήρια για τους εκ Θράκης καταγόμενους Τούρκους πολίτες και κατοίκους της Τουρκίας, στα οποία οι πόλεις της Θράκης αναφέρονται μόνο με τις Τουρκικές ονομασίες. Ο τουρκόφωνος τύπος συκοφαντεί, απειλεί και δημιουργεί κλίμα μίσους ενάντια στους μη τουρκόφωνους μουσουλμάνους με αφορμή την ίδρυση ενός Πολιτιστικού συλλόγου Πομάκων. Η Τουρκική Αγροτική Τράπεζα επιθυμεί να δημιουργήσει υποκατάστημά της στην Κομοτηνή με προφανή στόχο τον οικονομικό και άρα και τον πολιτικό έλεγχο των μουσουλμάνων αγροτών».
Ενδεικτικά των γενικότερων πολιτικών στοχεύσεων είναι και τα παγκόσμια συνέδρια που διοργανώνουν τα τελευταία χρόνια οι δυτικοθρακιώτες μουσουλμάνοι. Σε αυτά παρουσιάζονται συχνά ακραίες εθνικιστικές διεκδικήσεις. Το «5ο Παγκόσμιο Συνέδριο Τούρκων Δυτικής Θράκης» έγινε στην Κωνσταντινούπολη στις 15-17/9/2006. Στις αποφάσεις των επιτροπών του συνεδρίου προτείνονται μεταξύ άλλων «να ιδρυθεί στη δυτική Θράκη ξεχωριστό πρωτάθλημα της τουρκικής κοινωνίας», να ιδρυθούν κέντρα τουρκικού πολιτισμού σε Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, να διαμορφωθεί ξανά η δομή του μειονοτικού κόμματος «Φιλία-Ισότητα-Ειρήνη», να γίνεται εντοπισμός από εξειδικευμένα στελέχη των έξυπνων παιδιών ανάμεσα στη μειονότητα, να αυξηθεί η ποσόστωση των μαθητών των αποφοίτων των μειονοτικών σχολείων της δυτικής Θράκης για την εισαγωγή τους σε τουρκικά πανεπιστήμια, να αυξηθούν οι δραστηριότητες λόμπι, να δημιουργηθεί πρακτορείο ειδήσεων και να εκδίδεται ημερήσια τουρκόφωνη εφημερίδα στη δυτική Θράκη, να κλείσει η Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, να ιδρυθεί κέντρο οικονομικών ερευνών στην Κομοτηνή, να ιδρυθεί φορέας χρηματοδότησης για τους δυτικοθρακιώτες Τούρκους και πολλά άλλα στους τομείς της οικονομίας, της νομοθεσίας, της παιδείας, του πολιτισμού και της αυτοδιοίκησης.
Στα πλαίσια της πολιτικής χρήσης της ισλαμικής θρησκείας εντάσσεται και η προσπάθεια για το κτίσιμο στη Θράκη και ιδιαίτερα στα Πομακοχώρια νέων, μεγάλου μεγέθους τζαμιών, που οριοθετούν συμβολικά το χώρο και λειτουργούν ως τοπόσημα. Η ανέγερση πολλών τζαμιών τα τελευταία χρόνια, με χρηματοδότηση άγνωστη ή και προερχόμενη από ξένες χώρες, αποτελεί συχνό φαινόμενο σε πολλές βαλκανικές χώρες.
Στο επίπεδο της ηλεκτρονικής προπαγάνδας έχει επισημανθεί πως τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα δημιουργούνται στο διαδίκτυο μειονοτικές ιστοσελίδες που προωθούν την κεμαλική ιδεολογία στη Θράκη. Ανάλογης βαρύτητας είναι οι δημόσιες δηλώσεις πολιτικών της μειονότητας συνοδεύονται από αντίστοιχες εμπρηστικές δηλώσεις Τούρκων πολιτικών που περιοδεύουν τακτικά στη Θράκη. Η προσπάθεια αξιοποίησης της ισλαμικής πίστης προς όφελος της φιλο-κεμαλικής ιδεολογίας γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στους χώρους λατρείας κατά τις ισλαμικές γιορτές. Η αναζωογόνηση των πανηγυριών αποκτά πολιτική διάσταση, παράλληλα με την προσπάθεια τόνωσης του θρησκευτικού συναισθήματος των μουσουλμάνων της Θράκης, από κύκλους που ταυτίζουν το Ισλάμ με την τουρκική γλώσσα, η οποία είναι και η γλώσσα του κηρύγματος μέσα στα τεμένη της Θράκης. Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται η επίσκεψη στα πανηγύρια εκπροσώπων του τουρκικού προξενείου Κομοτηνής και άλλων μουσουλμάνων, που μιλούν τουρκικά και αυτοπαρουσιάζονται ως «επίσημοι». Η πολιτική χρήση της θρησκείας γίνεται ιδιαίτερα αισθητή κατά τις περιόδους των εκλογών. Η εκλογική συμπεριφορά των μουσουλμάνων στη Θράκη τα τελευταία χρόνια έχει περάσει από πολλές φάσεις φτάνοντας -επιτυχώς- τα τελευταία χρόνια στην προσπάθεια να κατευθυνθεί μονοσήμαντα η μειονοτική ψήφος.
Γίνεται κατανοητό πως στο πλαίσιο τέτοιας συστηματικής προπαγάνδας από την πλευρά της Τουρκίας και του αγώνα του τουρκικού κράτους να εκτουρκίσει τους μουσουλμάνους Έλληνες της Θράκης, τα παιδιά συχνά πέφτουν θύματα σφετερισμού της πολιτισμικής και γλωσσικής τους ταυτότητας.

Συμπεράσματα
Η ειδική γραμματέας διαπολιτισμικής εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας κα Θάλεια Δραγώνα σε συνέντευξή της παραδέχτηκε ότι «το μειονοτικό σχολείο δεν είναι καλό σχολείο», προσθέτοντας: «Είναι ένα σχολείο μ’ ένα μεγάλο τείχος ανάμεσα στα δύο μέρη του προγράμματός του που δεν επικοινωνεί. Είναι ένα σχολείο χωρίς συνοχή (Παρατηρητής 1/4/2010). Αυτές οι επισημάνσεις έχουν γίνει κατανοητές και από τους μουσουλμάνους Έλληνες γονείς, οι οποίοι σταδιακά στρέφουν τα παιδιά τους προς το δημόσιο σχολείο, όπου μπορούν να μάθουν σωστά ελληνικά αλλά και να προσεγγίσουν τη γνώση ισότιμα με όλα τα άλλα παιδιά της Ελλάδας. Έτσι το μειονοτικό σχολείο σιγά –σιγά συρρικνώνεται και αυτό ως φυσική εξέλιξη της βελτίωσης του εκπαιδευτικού επιπέδου των μουσουλμάνων Ελλήνων. Βέβαια, εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι προτάσεις των αυτοαποκαλουμένων ταγών μειονοτικών οργανώσεων οι οποίοι θεωρούν πως το πρόβλημα της εκπαίδευσης των μουσουλμανοπαίδων είναι η βελτίωση της τουρκογλωσσίας στη Θράκη και η διεύρυνση του δίγλωσσου προγράμματος προς τα κάτω, προς το δημόσιο νηπιαγωγείο. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι τελικά θα επικρατήσει η κοινή λογική αλλά και η μέριμνα, όχι για μικροπολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες, αλλά για την ίδια την πρόοδο των παιδιών των μουσουλμάνων Ελλήνων, πρόοδος που είναι συνυφασμένη με την ειρηνική συμβίωση στη Θράκη.
Το πρόβλημα της μειονοτικής εκπαίδευσης δεν είναι η ενίσχυση της τουρκογλωσσίας των μαθητών και των δασκάλων, όπως εσφαλμένα έχει διατυπωθεί από κάποιους μειονοτικούς συλλόγους, οι οποίοι αλλότριους στόχους εξυπηρετούν. Εάν πραγματικά πονάμε για την ένταξη των παιδιών και την καλλιέργεια της ειρήνης και του αλληλοσεβασμού, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το σεβασμό στις μητρικές γλώσσες ανεξαιρέτως (πομακική, τουρκική, ρομανί), στοχεύοντας στη σωστή εκμάθηση της ελληνικής. Βασική αρχή είναι ότι κάθε εκπαιδευτικός και γλωσσικός σχεδιασμός θα πρέπει να γίνεται με τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανάγκες των γλωσσικών ομάδων, με παράλληλο σεβασμό της πολιτισμικής τους διαφορετικότητας.
Το πρόγραμμα Εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων θα πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό. Να πάψει ο φιλοτουρκικός προσανατολισμός και να δώσει έμφαση στη στήριξη των παιδιών στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Τα Φροντιστήρια Ενισχυτικής Διδασκαλίας του ΕΙΝ και του Ταμιείου Θράκης ήδη πριν το 1996 ήταν πρωτοπόρα στην κατεύθυνση αυτή. Επίσης το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από το 1998 για τη σχολική και κοινωνική ένταξη των Τσιγγανοπαίδων (με επιστημονικό υπεύθυνο τον Αθανάσιο Γκότοβο), σεβάστηκε τις ιδιαιτερότητες των Ρομά και υλοποίησε μια σειρά από μέτρα βελτίωσης της σχολικής τους ένταξης και επίδοσης.
Κάποιοι κοινωνιολογούντες διεθνολόγοι στο όνομα της προοδευτικότητας ή της νεωτερικότητας απορρίπτουν μετά βδελυγμίας τις έννοιες του έθνους και του εθνικισμού, ενώ στην πράξη υπηρετούν οι ίδιοι τον εθνικισμό, αλλά σε κάποια συγκεκριμένη εκδοχή του, τον κεμαλικό εθνικισμό και μόνον αυτόν. Γι αυτούς το πρόβλημα είναι ο ελληνικός εθνικισμός, ενώ ο τουρκικός εθνικισμός του σφαγέα Κεμάλ είναι καλός. Εμείς λέμε: Κάθε εθνικισμός είναι επιζήμιος. Όμως το να σεβόμαστε την πατρίδα μας, τον τόπο που γεννηθήκαμε, είναι χρέος για κάθε πολίτη αυτής της χώρας, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά του, τη γλώσσα του ή τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Όμως τελικά αυτοί που παρουσιάζονται ως απάτριδες και επιχειρούν την αποδόμηση των εννοιών της πατρίδας και του έθνους, σε τελευταία ανάλυση εξυπηρετούν τις χειρότερες μορφές σωβινισμού και φανατισμού.

Προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι κάθε γλωσσικός σχεδιασμός θα πρέπει να γίνεται με τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανάγκες των γλωσσικών ομάδων, με παράλληλο σεβασμό της πολιτισμικής τους διαφορετικότητας. Στα μειονοτικά σχολεία της Θράκης είναι σημαντικό τα εκπαιδευτικά ζητήματα των μουσουλμάνων μαθητών να αποσυνδεθούν από ξεπερασμένους από το διεθνές δίκαιο όρους αμοιβαιότητας. Είναι, επίσης, σημαντική η ενίσχυση της προσχολικής αγωγής, η ενισχυτική διδασκαλία και η γενίκευση του ολοήμερου σχολείου, η γνώση του γλωσσικού ιδιώματος των μαθητών από τους εκπαιδευτικούς, η αναπροσαρμογή του σχολικού προγράμματος, η ίδρυση βιβλιοθηκών, η αύξηση των επισκέψεων και των εξωδιδακτικών δραστηριοτήτων αγωγής υγείας και περιβαλλοντικής αγωγής. Επίσης, οι δάσκαλοι θα πρέπει να δίνουν στους μαθητές την ευκαιρία να επικοινωνήσουν στη μητρική τους γλώσσα και να τους ενθαρρύνουν να εκφράζουν τα βιώματα που έχουν από το δικό τους πολιτισμικό υπόβαθρο.
Μια τελευταία παρατήρηση: Ο όρος «μειονότητα» είναι πολιτικά φορτισμένος. Θα ήταν ορθότερο να χρησιμοποιούνται οι όροι: «εθνοτικές ομάδες», «πολιτισμικές ομάδες», γλωσσικές ομάδες».
Κλείνοντας θα τονίσουμε για μια ακόμα φορά ότι πρώτη προτεραιότητα θα πρέπει να αποτελεί η ΕΝΙΑΙΑ δημόσια εκπαίδευση , κοινή και ισότιμη για όλους τους πολίτες αυτής της χώρας. Μόνο έτσι μπορεί να υλοποιηθεί πραγματικά ο σεβασμός της γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας της μουσουλμανικής μειονότητας. Να πάψει το μειονοτικό εκπαιδευτικό σύστημα να δηλητηριάζει τις παιδικές ψυχές των Ελλήνων μουσουλμανοπαίδων, αλλοιώνοντας την αγάπη τους προς τον τόπο που γεννήθηκαν και κατασκευάζοντας μία τουρκική εθνική ταυτότητα μέσα από την θεσμοθετημένη επιβολή της τουρκογλωσσίας για τους Πομάκους και Ρομά μαθητές.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Αγώνας” της Ξάνθης στις 17/4/2010

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Ταφόπλακα στην αγορά της Ξάνθης η απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου

Φαίνεται πως τα δεδομένα στην τοπική αγορά της Ξάνθης αλλάζουν ριζικά μετά και την θετική ψήφο του νομαρχιακού συμβουλίου για δημιουργία εμπορικού κέντρου από την Αθωνική Α.Ε, αλλαγές ωστόσο που κανείς δε μπορεί να προβλέψει αν θα έχουν θετικό ή αρνητικό χαρακτήρα και το λέω αυτό γιατί μια τέτοια εξέλιξη, σίγουρα θα είναι ευνοϊκή για τους καταναλωτές οι οποίοι αναζητούν την πιο οικονομική λύση για τις ανάγκες τους αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει και την ταφόπλακα των καταστημάτων που βρίσκονται στο κέντρο της πόλης.
Αν αναλογιστεί κανείς πως ακόμα και σήμερα, πολλοί Ξανθιώτες καταναλωτές διανύουν εκατοντάδες μερικές φορές χιλιόμετρα προκειμένου να βρεθούν σε κάποιο εμπορικό κέντρο άλλης πόλης, φανταστείτε τι θα γίνεται όταν σε μια απόσταση 15 μόλις χιλιομέτρων θα υπάρχει ένας αντίστοιχος πολυχώρος. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του τις ήδη πολύ δύσκολες στιγμές που βιώνουν οι επαγγελματίες του κέντρου αλλά και το γεγονός ότι για πρώτη φορά οι εγγραφές νέων επιχειρήσεων στην πόλη της Ξάνθης είναι αρκετά λιγότερες από τις διαγραφές, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του επιμελητηρίου για το πρώτο τρίμηνο του 2010, καταλαβαίνουμε όλοι τι θα συμβεί μετά τη λειτουργία ενός τόσο μεγάλου εμπορικού κέντρου.
Αν μάλιστα σε όλα αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι τα περισσότερα καταστήματα του κέντρου της πόλης είναι απλησίαστα εξαιτίας κυρίως της έλλειψης θέσεων στάθμευσης ενώ στο εν λόγο εμπορικό κέντρο η στάθμευση του αυτοκινήτου θα είναι μια τόσο απλή υπόθεση, αντιλαμβάνεστε πως τα λουκέτα σε μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις της πόλης θα αυξηθούν με ραγδαίο ρυθμό.
Βέβαια, για να επανέλθουμε στα οφέλη των καταναλωτών, έχουμε δει πολλές φορές πολυκαταστήματα να έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε αρκετά χαμηλότερες τιμές απ’ ότι ένα απλό μαγαζί της πόλης αλά το ερώτημα που γεννάται εδώ είναι ποιες θα είναι οι τιμές αυτών των πολυκαταστημάτων όταν οι μικρές επιχειρήσεις στην περιοχή θα έχουν μείνει ελάχιστες, θα εξακολουθούν και τότε να δίνουν τα αγαθά τους σε συμφέρουσες για τον καταναλωτή τιμές ή εκμεταλλευόμενα το μονοπωλιακό χαρακτήρα της αγοράς μας θα διπλασιάσουν τις τιμές τους;
Προσωπική μου άποψη πάντως για τα όσα είπε ο εκπρόσωπος της Αθωνικής Α.Ε στο πρόσφατο νομαρχιακό συμβούλιο περί ανάπτυξης της περιοχής μας από το εμπορικό αυτό κέντρο, περί 600 θέσεων εργασίας και κυρίως περί απασχόληση ατόμων από το νομό, είναι πως όλα αυτά σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθούν δεδομένα. Σίγουρα το εμπορικό αυτό κέντρο θα προσελκύσει το ενδιαφέρον και καταναλωτών από γειτονικούς νομούς οι οποίοι όμως θα πρόσφεραν ανάπτυξη στον τόπο μας αν άφηναν τα χρήματα τους σε καταστήματα της τοπικής μας αγοράς και όχι σε ένα εμπορικό κέντρο.
Από την άλλη θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Στέλιο Μωραϊτή και αρκετούς επαγγελματικούς φορείς οι οποίοι πολύ σωστά κατά την άποψη μου τόνισαν πως η κατασκευάστρια εταιρία δεν είναι εις θέση να δεσμευτεί ούτε για τον αριθμό των εργαζομένων που θα απασχοληθούν στα καταστήματα του πολυχώρου αυτού αλλά ούτε για το από πού θα προέρχονται αυτοί.
Τα καταστήματα αυτά δε θα τα δουλεύει η Αθωνική, απλά θα τα κτίσει και στη συνέχεια θα τα νοικιάσει ή θα τα πουλήσει σε τρίτους στους οποίους φυσικά δε θα μπορεί να επιβάλει ούτε πόσους ούτε ποιους εργαζομένους θα απασχολήσουν στην επιχείρηση τους. Ακόμα όμως κι αν οι 600 αυτές θέσεις εργασίας γίνουν πραγματικότητα και μάλιστα με προσωπικό που θα προέρχεται από την περιοχή μας, ποιος μπορεί να εγγυηθεί πως την ίδια στιγμή δε θα χαθούν άλλες 600 ή και παραπάνω θέσεις εργασίας από τις υπόλοιπες ε[επιχειρήσεις της πόλης;
Άρα ποιο το όφελος; Κανένα, οι μόνοι που πιθανότατα θα ευνοηθούν από μια τέτοια εξέλιξη είναι εκείνοι που θα έχουν κατάστημα στο συγκεκριμένο χώρο και οι οποίοι φυσικά δε θα είναι μόνο Ξανθιώτες αλλά θα είναι και επαγγελματίες από άλλες περιοχές της χώρας μας και πραγματικά αρχίζω να σκέφτομαι πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο η απόφαση αυτή να λήφθηκε με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων.
Ακόμα και έτσι να μην είναι όμως, δεν έχουν καθόλου άδικο οι επαγγελματίες μας εκείνοι που ήδη κάνουν λόγο για τη χαριστική βολή με την οποία κάποιοι τους δείχνουν την πόρτα της εξόδου από τον επιχειρηματικό κόσμο. Βέβαια για να τα λέμε όλα, δεν είναι μόνο το εμπορικό αυτό κέντρο που πιθανότατα θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις μικρές επιχειρήσεις αφού εδώ και χρόνια στην περιοχή μας λειτουργούν και πολλά, τις περισσότερες φορές παράνομα κινέζικα μαγαζιά για τα οποία κανένας, εκτός από τους επαγγελματίες, δε λέει ούτε κουβέντα ή ακόμα κι αν λένε, μένουν μόνο σ’ αυτές και ακόμα δεν έχουμε δει μα λαμβάνονται μέτρα αποτελεσματικά για την προστασία των ντόπιων επιχειρηματιών.
Ρο μόνο που απομένει λοιπόν είναι όλα αυτά να τα δούμε και στην πράξη αφού από τη μια είναι θέμα χρόνου να δημιουργηθεί ο πολυχώρος αυτός κι από την άλλη η τοπική αυτοδιοίκηση μοιάζει ανήμπορη να κάνει ακόμα και το παραμικρό ώστε να στηρίξει τις επιχειρήσεις της πόλης οι οποίες στο κάτω, κάτω δε ζητάνε και τίποτα το παράλογο, θέσεις στάθμευσης για τα αυτοκίνητα ζητάνε, κάτι εξάλλου που αποτελεί και αίτημα των ίδιων των καταναλωτών.

Σ. Καραχότζα

Πόσους ψήφους χωράει το Αμοιρίδιο κύριε Στυλιανίδη και κύριε Πούλιο;

Εξασφαλίζετε την εκλογή σας μ’ αυτούς ή να γίνει και καμιά ακόμα «θρησκευτική» γιορτή;
Το ίδιο έργο σε επανάληψη μας παρουσιάζει και φέτος ο δήμος Ξάνθης ο οποίος ξεχνώντας τόσο γρήγορα τα όσα έγιναν πέρυσι τέτοια εποχή στο Αμοιρίδο αθλητικό κέντρο, αποφάσισε να το παραχωρήσει και φέτος σε κάποιους μειονοτικούς παράγοντες για μια εκδήλωση την οποία τη βάφτισαν θρησκευτική. Εδώ όμως τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά κύριε δήμαρχε της Ξάνθης, με την απόφαση σας αυτή δημιουργούνται ορισμένα ερωτήματα τα οποία και πρέπει κάποια στιγμή να απαντηθούν.
Όντας Έλληνας μουσουλμάνος πολίτης αυτού του τόπου, γνώριζα μέχρι σήμερα ότι οι θρησκευτικές εκδηλώσεις των μουσουλμάνων γίνονται στα τζαμιά και οι θρησκευτικές εκδηλώσεις των χριστιανών στις εκκλησίες, χάρη σε εσάς όμως μαθαίνω τώρα πως τέτοιου είδους εκδηλώσεις γίνονται και στα αθλητικά κέντρα, να υποθέσω ότι πρόκειται για κάποια προσευχή προς το θεό ώστε να πάει καλά η τοπική μας ομάδα στο μπάσκετ, μόνο που για φέτος τουλάχιστον, η ομάδα που χρειάζεται προσευχές είναι αυτή του ποδοσφαίρου.
Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε πως για τις ανάγκες μιας τέτοιας εκδηλώσεις χρειάζεται ένας μεγάλος χώρος, γιατί αυτός να είναι το Αμοιρίδιο και όχι ένα οποιοδήποτε ανοιχτό μέρος της ορεινής περιοχής όπως για παράδειγμα γίνονται αυτή την εποχή τα γνωστά σε όλους μας Χάτιμ; Οι δικαιολογίες του τύπου «σεβόμαστε την ανάγκη των μουσουλμάνων συμπολιτών μας για ένα χώρο όπου θα κάνουν με άνεση τη θρησκευτική τους γιορτή» φαντάζομαι καταλαβαίνετε πως δε πείθουν κανέναν.
Ακόμα και γι’ αυτό όμως να το κάνατε, οφείλατε να θυμάστε πως και πέρυσι μιλούσαν για θρησκευτική γιορτή αλλά αντί γι’ αυτή, είδαμε ένα εθνικιστικό παραλήρημα άνευ προηγουμένου, με ομιλίες και ομιλητές που μόνο με τη θρησκεία δεν είχαν σχέση. Εκτός πια κι αν η μνήμη σας είναι τόσο ασθενείς και ξεχνάτε τέτοια σημαντικά γεγονότα τόσο εύκολα.
Όσο για την άρνηση του δημάρχου να μιλήσει στα τοπικά μέσα ενημέρωσης για το συγκεκριμένο θέμα με τη δικαιολογία ότι δε θέλει να δώσει διαστάσεις στο όλο θέμα προκειμένου να μη στρώσει δρόμο στην πλευρά του τουρκικού προξενείου να κάνει το παιχνίδι της, εγώ προσωπικά και χωρίς αν εκπροσωπώ κανέναν, λέω πως είναι λόγια του αέρα και δικαιολογίες της στιγμής.
Πρέπει επιτέλους κάποια στιγμή, όχι μόνο ο δήμαρχος Ξάνθης αλλά γενικότερα οι πολιτικοί του τόπου μας, να μάθουν να υπερασπίζονται τις επιλογές τους και στην προκειμένη περίπτωση ο κύριος Στυλιανίδης οφείλει να εξηγήσει ανοιχτά στους Ξανθιώτες, τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να παραχωρήσει το Αμοιρίδιο.
Το πιο αστείο απ’ όλα όμως είναι που για μια θρησκευτική γιορτή, με την οποία μάλιστα δεν έχει καμία απολύτως σχέση ο αναγνωρισμένος από την ελληνική πολιτεία θρησκευτικός εκπρόσωπος των μουσουλμάνων της Ξάνθης, την παραχώρηση του Αμοιρίδιου από το δήμο Ξάνθης ζήτησαν κάποιοι μουσουλμάνοι δημοτικοί σύμβουλοι που προέρχονται τόσο από τη συμπολίτευση όσο και από την αντιπολίτευση του δήμου.
Αν δηλαδή τις επόμενες μέρες θελήσει να κάνει μια αντίστοιχη γιορτή και η εκκλησία, το χώρο θα τον ζητήσουν φαντάζομαι οι χριστιανοί δημοτικοί σύμβουλοι. Και ο ρόλος των θρησκευτικών ηγετών είτε της μιας είτε της άλλης πλευράς ποιός είναι άραγε; Τι τους θέλουμε αφού έχουμε δημοτικούς συμβούλους «θαύμα» που κάνουν για όλους τους ρόλους;
Στην Ελλάδα ζούμε κι εμείς κύριοι και ξέρουμε πολύ καλύτερα απ’ ότι φαντάζεστε τον τρόπο σκέψης των Ελλήνων πολιτικών, πάνω απ’ όλα η καρέκλα και μετά όλα τα υπόλοιπα. Απορώ μάλιστα που η συγκεκριμένη απόφαση του δήμου Ξάνθης προκάλεσε εντύπωση σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης της πόλης μας τα οποία θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τον τρόπο σκέψης και δράσης των πολιτικών μας. Η πο…να η καρέκλα πρώτα και μετά ο τόπος, αυτοί είναι οι πολιτικοί μας και κανονικά δε θα πρέπει να γκρινιάζουμε γι’ αυτό γιατί πολύ απλά εμείς ήμαστε εκείνο που τους εκλέξαμε, τώρα θα πρέπει και να τους λουστούμε.
Επειδή όμως δήμος Ξάνθης δε σημαίνει μόνο Λάκης Στυλιανίδης, οι ευθύνες που βαραίνουν και την αντιπολίτευση του δήμου δεν είναι καθόλου λιγότερες. Πρώτον γιατί ο συγκεκριμένος χώρος ζητήθηκε κι από συμβούλους της αντιπολίτευσης κι άρα η ίδια στήριξε το αίτημα τους αυτό και δεύτερον και σπουδαιότερον γιατί μιλάμε για μια αντιπολίτευση η οποία ακόμα και για την κάθε αναπνοή του δημάρχου εκδίδει δελτίο τύπου το οποίο αποστέλλει σε όλα τα μέσα αλλά για το συγκεκριμένο θέμα ούτε κουβέντα. Γιατί άραγε τόση σιωπή;
Όχι κύριοι, δε ζω σε άλλον πλανήτη και ξέρω πολύ καλά πως κανένας σας, ούτε από τη συμπολίτευση ούτε από την αντιπολίτευση, δεν έχει το θάρρος και τη δύναμη να τα βάλει με έναν μηχανισμό που δυστυχώς μπορεί και ελέγχει μερικές χιλιάδες ψήφους. Για όνομα του θεού, εκλογές έρχονται σε λίγους μήνες και η κάθε ψήφος είναι πολύτιμη. Σας διαφεύγει όμως μια πολύ βασική λεπτομέρεια, μπορεί από τη μια να κερδίσετε με τον τρόπο αυτό μερικούς ψήφους αλλά από την άλλη θα χάσετε τους διπλάσιους κι αυτό γιατί ο Ξανθιώτης πολίτης έπαψε να είναι το ανθρωπάκι εκείνο που πίστευε ότι κι αν του λέγατε.
Ξέρει πολύ καλά τι γίνεται στην πλάτη του και μη βιαστείτε να με πείτε τρελό, όλα όσα τώρα σας λέω, θα τα δείτε σε μερικούς μήνες, λίγη υπομονή μόνο χρειάζεται, τίποτα παραπάνω. Όταν θα ζητάτε την ψήφο του Ξανθιώτη, αυτός θα σας παραπέμψει σε εκείνους των οποίων τα πολιτικά παιχνίδια εξυπηρετείτε τώρα και δε θα έχετε να τους πείτε ούτε κουβέντα γι’ αυτό. Κρίμα, λυπάμαι και ντρέπομαι πραγματικά που είμαι πολίτης αυτού του τόπου. Περίμενα περισσότερη αγάπη για τον τόπο μας από τους πολιτικούς μας.

Σ. Καραχότζα

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Η ολοκλήρωση του εγκλήματος


Κάποιοι Έλληνες Πομάκοι αλλά και ορισμένοι χριστιανοί μάλλον βιάστηκαν να πανηγυρίσουν για τις πρόσφατες δηλώσεις της κυρίας Δραγώνα αναφορικά με τα δίγλωσσα νηπιαγωγεία για τους μουσουλμάνους της Θράκης και τη δυνατότητα εισαγωγής σ’ αυτά της πομάκικης γλώσσας καθώς και για τα ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία στα πομακοχώρια τα οποία, σύμφωνα πάντα με την ίδια, θα δώσουν επιτέλους στους μουσουλμάνους της περιοχής μας τη δυνατότητα της επιλογής του καλύτερου κατά την άποψή τους σχολείου για τα παιδιά τους.
Λέω ότι βιάστηκαν να πανηγυρίσουν γιατί ναι μεν η κυρία Δραγώνα τα είπε όλα αυτά αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι μετά τις δηλώσεις της, κάποιοι μειονοτικοί παράγοντες και πολιτικοί, τις θέσεις των οποίων για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης όλοι γνωρίζουμε, έχουν στήσει πάρτι και αλωνίζουν ήδη στα χωρία της ορεινής περιοχής.
Βλέπετε ξέρουν πολύ καλά πως όλα όσα είπε η κυρία Δραγώνα, μπορεί να γίνουν πράξη μόνο υπό μια προϋπόθεση, να τα ζητήσουν οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής αφού η ειδική γραμματέας του υπουργείου εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων είπε ξεκάθαρα πως για να μπει η πομάκικη γλώσσα στα νηπιαγωγεία των μουσουλμανικών οικισμών της περιοχής και για να ιδρυθούν ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία σ’ αυτά, θα πρέπει να υπάρξει πρώτα ανάλογο αίτημα των γονέων.
Θα γίνουν δηλαδή όλα αυτά μόνο στα χωριά εκείνα που θα το ζητήσουν οι περισσότεροι γονείς ενώ στα άλλα χωριά, ως δεύτερη γλώσσα στα νηπιαγωγεία θα μπει η τουρκική και το σχολείο τους θα είναι μόνο το μειονοτικό. Το ερώτημα που φυσικά μπαίνει εδώ είναι πόσοι από τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας θα τολμήσουν να ζητήσουν πομάκικη γλώσσα στο νηπιαγωγείο του χωριού τους και ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία.
Δεν είναι βέβαια και δύσκολο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό. Δυστυχώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα βρουν το θάρρος να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα και φυσικά αυτό θα απορριφτεί αμέσως αφού θα πρέπει να ισχύσει αυτό που θα ζητήσουν οι περισσότεροι. Ωστόσο δεν μπορεί κανείς και να αντιδράει γιατί πολύ απλά, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, το υπουργείο εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων έχει πράξει το καθήκον του. Δίνει δηλαδή τη δυνατότητα στους μουσουλμάνους να διδαχθούν τη μητρική τους γλώσσα και να έχουν σχολεία ίδια με αυτά που έχουν και οι χριστιανοί όλης της χώρας και όταν κάποια στιγμή οι περισσότεροι θα ζητήσουν ως δεύτερη γλώσσα στα νηπιαγωγεία την τουρκική και σχολεία μόνο μειονοτικά, κανείς δε θα μπορεί να μιλήσει για μη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας αφού η απάντηση του υπουργείου θα είναι «αυτό μας ζήτησαν κι αυτό τους διδάσκουμε».
Εκείνο λοιπόν που θα πρέπει να απασχολήσει τον καθένα μας, αλλά κυρίως την ίδια την πολιτεία, είναι το γιατί οι άνθρωποι αυτοί τελικά δε θα ζητήσουν ούτε πομάκικη γλώσσα στα νηπιαγωγεία ούτε ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία στα χωριά τους. Στο πρόσφατο μόνο παρελθόν αν ανατρέξει κανείς θα δει πως αντιμετωπίστηκαν τόσο από τους λεγόμενους προξενικούς της περιοχής όσο και από το ελληνικό κράτος όλοι εκείνοι που τόλμησαν να αντιδράσουν και να δηλώσουν δημόσια πως δεν είναι και δεν επιθυμούν να είναι Τούρκοι αλλά Έλληνες Πομάκοι μουσουλμάνοι πολίτες.
Αλήθεια πιστεύει κανείς πως εκείνοι που τώρα θα ζητήσουν να γίνουν πράξη όλα όσα δήλωσε η κυρία Δραγώνα, θα αντιμετωπιστούν καλύτερα; Πιστεύει κανείς πως για άλλη μια φορά οι γνωστοί άγνωστοι δε θα οργώσουν όλα τα πομακοχώρια προκειμένου με τις έτσι κι αλλιώς γνωστές μεθόδους τους να αποτρέψουν κάθε τέτοια κίνηση; Μα ήδη έχουν αρχίσει τις επισκέψεις και γιορτάζουν το γεγονός ότι ένα χρόνιο αίτημα τους θα γίνει πραγματικότητα, η περιοχή δηλαδή θα αποκτήσει δίγλωσσα νηπιαγωγεία με την τουρκική φυσικά να είναι η δεύτερη διδασκόμενη γλώσσα.
Εξάλλου σε κανέναν δεν είναι εύκολο να πιστέψει πως οι απόψεις της κυρίας Δραγώνα για τη μειονοτική εκπαίδευση άλλαξαν έτσι ξαφνικά και ότι άρχισε να ενδιαφέρεται για την πομάκικη γλώσσα. Απλά ξέρει ότι ελάχιστοι θα τολμήσουν να ζητήσουν κάτι τέτοιο και στην ουσία θα γίνει, όπως άλλωστε τόσα και τόσα ακόμα, ένα χατίρι του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής.
Εφόσον η κυρία Δραγώνα αλλά και το υπόλοιπο επιτελείο του υπουργείου εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων ενδιαφέρεται τόσο για τη σωστή μόρφωση των μουσουλμάνων της Θράκης, δε θα έπρεπε καν να αγγίξει το θέμα νηπιαγωγεία και να τα αφήσει όπως είναι μέχρι σήμερα, δηλαδή καθαρά ελληνόφωνα. Με το να τα κάνει δίγλωσσα δεν έχει να προσφέρει τίποτα σ’ αυτά τα παιδιά τα οποία στην τελική, από τα χρόνια του νηπιαγωγείου ακόμα θα είναι αναγκασμένα να διδάσκονται δύο ξένες γι’ αυτά μέχρι την ηλικία εκείνη γλώσσες.
Άρα από την υπόθεση αυτή κερδισμένο θα είναι το υπουργείο εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων το οποίο θα μπορεί να λέει πως έδωσε στους Πομάκους της Θράκης τη δυνατότητα να διδαχθούν τη μητρική τους γλώσσα αλλά οι ίδιοι το αρνήθηκαν, το τουρκικό προξενείο και οι εδώ συνεργάτες τους που θα δουν ένα όνειρό τους να γίνεται πραγματικότητα, να μπαίνει δηλαδή και στα νηπιαγωγεία η τουρκική γλώσσα, ενώ οι μοναδικοί χαμένοι για άλλη μια φορά θα είναι οι ίδιοι οι Πομάκοι των οποίων τα παιδιά θα διδάσκονται πολλές ξένες γι’ αυτά γλώσσες χωρίς ωστόσο να μάθουν καμία από αυτές σωστά. Με λίγα λόγια δηλαδή, με την κίνηση αυτή της κυρίας Δραγώνα, ολοκληρώνεται το έγκλημα που ακούει στο όνομα μειονοτική εκπαίδευση.

Σ. Καραχότζα

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Παναγιώτης Σγουρίδης: Μια φωνή που έχει τη δική της βαρύτητα


Στο τεύχος μας αυτό φιλοξενούμε έναν άνθρωπο την εμπειρία του οποίου στα πολιτικά δρώμενα έχουν ελάχιστοι και οι τοποθετήσεις του έχουν τη δική τους βαρύτητα. Ο λόγος φυσικά για τον πρώην βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτη Σγουρίδη ο οποίος μιλώντας αποκλειστικά στην Τ, σχολιάζει όλες τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις και τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Φυσικά δε θα μπορούσαμε να μη ζητήσουμε την άποψή του και για τα θέματα εκείνα που αφορούν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης αλλά και τις φήμες που τον θέλουν να είναι υποψήφιος δήμαρχος Ξάνθης. Για όλους και για όλα λοιπόν μιλάει ο πολύπειρος πολιτικός και είναι βέβαιο πως η συνέντευξη αυτή θα γίνει αντικείμενο συζητήσεων και σχολιασμών.

Κύριε Σγουρίδη. Μετά από έναν πραγματικό μαραθώνιο του πρωθυπουργού τελικά πάρθηκε η απόφαση η οποία χαρακτηρίστηκε ως δίχτυ για τη χώρα μας. Είναι πραγματικά έτσι; Και τι σηματοδοτεί για την ελληνική οικονομία;

Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι η περιοδεία του πρωθυπουργού αρχής γενομένης από το Λονδίνο, Βερολίνο, Παρίσι, Μόσχα, Ουάσινγκτον και κατ’ επανάληψη Βρυξέλλες ήταν πραγματικά ένας μαραθώνιος. Είναι αξιέπαινος ο κ. Παπανδρέου που τον έβγαλε σε πέρας. Η αιτία που υπεβλήθη ο πρωθυπουργός σ’ αυτόν τον αγώνα δρόμου ήταν η διάσωση της ελληνικής οικονομίας, που δυστυχώς την κατέστρεψαν οι λάθος οικονομικοί χειρισμοί της κυβέρνησης του κ. Καραμανλή. Όμως η διάσωση της χώρας και του λαού μας έχουν μπροστά τους μακρύ και δύσκολο δρόμο. Η απόφαση της Ε.Ε. δεν είναι δίχτυ αλλά μια ισορροπημένη πολιτική απόφαση διατυπωμένη με την διπλωματική γλώσσα των Βρυξελλών.
Δίνει όμως την δυνατότητα στους Έλληνες να υφάνουν το δίχτυ μόνοι τους με σκληρές θυσίες.

Ωστόσο παίχτηκε ένα σκληρό πόκερ που με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι νικητής είναι η Αγκελα Μέρκελ. Ωστόσο πολλοί μιλούν για πορεία νίκη της Γερμανίδας καγκελαρίου.

Στο πόκερ αλλά και γενικότερα στη διελκυνστίδα των οικονομικών συμφερόντων νικά αυτός που έχει περίσσευμα κεφαλαίων. Συνεπώς δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία για το ποιος είναι νικητής.
Θα επισημάνω όμως ότι η Γερμανία είναι σε λάθος δρόμο. Στην πρόσφατη ιστορία της απέδειξε ότι ενώ είναι καλή στους τακτικούς ελιγμούς υστερεί σε οραματικό σχεδιασμό και σε επιλογή του λεγόμενου timing. Ο Πρώτος και Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αποδεικνύουν του λόγου μου το αληθές. Τελευταία, η ηγεσία της ενώ ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ομοσπονδιακής Ευρώπης και του ισχυρού ευρώ, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση άλλαξε «ρότα» υπέρ της δικής της και μόνο ανταγωνιστικότητας. Όμως εφ’ όσον θέλει να είναι η ατμομηχανή της Ευρώπης πρέπει να κατανοήσει ότι Ε.Ε. χωρίς αλληλεγγύη δεν υφίσταται. Δεν μπορεί ο πλούτος της δηλαδή τα δικά της οικονομικά πλεονάσματα να ισοσκελίζονται με τη φτώχεια δηλαδή τα ελλείμματα των χωρών της Νοτίου Ευρώπης. Γι’ αυτό σας μίλησα προηγουμένως για το μακρύ δρόμο που πρέπει να διανύσει η χώρα μας.

Το τελευταίο διάστημα όλοι μιλάμε για τη διάσωση της Ελλάδας αλλά δεν ακούγεται κουβέντα για τη διάσωση των Ελλήνων. Πάμε δηλαδή σε μια πολιτική εξαθλίωσης των πολιτών μόνο και μόνο για να σωθεί η πατρίδα; Δεν πρέπει όμως για να σωθεί όπως λένε η οικονομίας μας, να δοθούν χρήματα στους πολίτες και κατά συνέπεια στην αγορά; Δεν πρέπει να γίνουν έργα ανάπτυξης και όχι απλής συντήρησης του κράτους;

Πρώτα σώζεις το καράβι γιατί αν βουλιάξει οι βάρκες και τα σωσίβια δεν θα σώσουν όλους τους επιβάτες, μια και η παγκόσμια θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη και με παγωμένα νερά. Το επόμενο στοίχημα είναι να αποφύγεις την οικονομική συρρίκνωση που θα οδηγήσει στην εξαθλίωση των πολιτών. Στο παιχνίδι αυτό της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας όλοι οι Έλληνες θα πρέπει να ξεχάσουμε θα θέσφατα και τα κεκτημένα. Χρειαζόμαστε τομές στην δημόσια διοίκηση που θα δημιουργήσουν ένα μικρό, ευέλικτο και ελεγκτικό κράτος. Αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού με μετατάξεις, υπηρεσίες out sourcing, άνοιγμα επαγγελμάτων, μείωση γραφειοκρατίας, συνεκμετάλλευση του ΟΣΕ και με ιδιώτες, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας για προσέλκυση κεφαλαίων, οργανωμένη εκτός σχεδίου δόμηση, εκμετάλλευση του ορυκτού μας πλούτου και πολλά άλλα. Φυσικά με μια προϋπόθεση ότι όσοι θα εκμεταλλευτούν αυτές τις θυσίες του ελληνικού λαού για τον προσωπικό τους πλουτισμό μέσω διαπλοκής θα πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά. Αν επικρατήσουν ξανά τα «λαμόγια» το προνομιούχο οικόπεδο που λέγεται «Ελλάδα» την επόμενη φορά θα πωληθεί «κοψοτιμής». Σε αυτή την προσπάθεια διάσωσης πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν περισσεύει κανείς και δεν μπορεί να υπάρχουν αποκλεισμοί.

Ο κύριος Παπανδρέου από τις Βρυξέλλες προανήγγειλε τη πραγματοποίηση διάσκεψης επενδυτών, με τη συμμετοχή και αρωγή Ελλήνων της διασποράς, ώστε να δοθεί αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Πιστεύετε ότι είναι μια κίνηση που θα αποδώσει;

Είναι μια πρωτοβουλία με συμβολικό χαρακτήρα, όπως συμβολικό χαρακτήρα είχε και η δημιουργία ταμείου για την διάσωση της ελληνικής οικονομίας και παλαιότερα η δημιουργία ταμείου για τις πυρόπληκτες περιοχές. Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν ήταν και θα είναι ψίχουλα, όμως το μήνυμα που στέλνουν προς πάσα κατεύθυνση είναι μεγάλο. Έτσι και στη διάσκεψη μόνο επενδυτές δεν θα εμφανιστούν και αυτοί που θα έρθουν μόνο καλά λόγια θα εκφράσουν όχι κεφάλαια. Οι επενδυτές αλλά και οι ομογενείς επενδυτές είναι οικονομικά «ζώα» που κυνηγούν μόνα τους και όχι κατά κοπάδια. Άρα πρέπει να δημιουργήσεις εύκρατη περιοχή για να τους ελκύσεις π.χ. δημιούργησε μια ζώνη ουρανοξυστών στο παλαιό αεροδρόμιο του Ελληνικού και θα δεις τι προσέλκυση κεφαλαίων θα έχεις!!!

Επειδή όμως Ελλάδα δε σημαίνει μόνο οικονομία, θα θέλαμε να σχολιάσετε τις πρόσφατες ανακοινώσεις της υπουργού εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων για προσπάθεια δημιουργίας δίγλωσσων για τους μουσουλμάνους της Θράκης νηπιαγωγείων. Ωστόσο μετά και τις δηλώσεις και της κυρίας Δραγώνας ανοιχτό μένει το θέμα της εισαγωγής και την πομάκικης ως μητρικής γλώσσας. Θεωρείτε ότι μπαίνουμε σε άλλες εποχές ως προς τη μειονοτική εκπαίδευση;

Ο νόμος για τα διαπολιτισμικά σχολεία είναι ψηφισμένος από το 1996 άσχετα αν δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα τα Π.Δ. και οι υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή του. Η ουσία αυτού του νόμου στηρίζονταν στο ότι αν ικανός αριθμός μαθητών μιας εθνοτικής ομάδας ζητήσει την διδασκαλία της μητρικής του γλώσσας στο δημόσιο σχολείο η πολιτεία πρέπει να την προσφέρει. Αυτό δεν πρέπει να συσχετίζεται με την μειονοτική εκπαίδευση μιας και αυτή διέπεται από άλλους νόμους βάση της συνθήκης της Λοζάννης. Οι γνωστοί μειονοτικοί κύκλοι ενώ ζητούν δίγλωσσα δημόσια νηπιαγωγεία στη Τουρκική θεωρούν έγκλημα «καθοσιώσεως» αν ιδρυθούν και για την Πομακική γλώσσα. Ο νοών νοείτο.

Πρόσφατα ο πολιτιστικός σύλλογος Πομάκων Ξάνθης απέστειλε μια επιστολή προς τα υπουργεία εξωτερικών και παιδείας με την οποία ζητάει ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία για τους μουσουλμάνους. Θεωρείτε ότι το αίτημα τους αυτό είναι δίκαιο και τι θα πρέπει να γίνει ως προς το θέμα αυτό από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας;

Συμφωνώ απόλυτα με το πνεύμα της επιστολής που στηρίζεται κυρίως στη διαπίστωση ότι η πλειονότητα των μεσαίων οικονομικά οικογενειών της μειονότητας μηχανεύεται τρόπους για να στείλουν τα παιδιά τους στα δημόσια δημοτικά σχολεία και όχι στα μειονοτικά. Άσε που οι ισχυροί οικονομικά τα στέλνουν στο ιδιωτικό, παθαίνοντας επιλεκτική αμνησία στα όσα ιερο-κηρύσσουν για την μειονοτική εκπαίδευση. Δεν τους κατακρίνω γιατί ενδιαφέρονται για τους γόνους τους αλλά διαφωνώ με την υποκρισία τους.

Ένα όμως ακόμα θέμα που απασχόλησε και εξακολουθεί να απασχολεί την ελληνική κοινωνία είναι αυτό με την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών στη χώρα μας. Εσείς βρίσκετε σωστή την κίνηση αυτή της κυβέρνησης ή πιστεύετε πως θα έπρεπε για το ζήτημα αυτό να ερωτηθούν όλοι οι Έλληνες μέσω ενός δημοψηφίσματος;

Η παράφραση ότι Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας τα λέει όλα. Ίσχυσε στην κλασσική Ελλάδα και στην Βυζαντινή αυτοκρατορία γιατί όχι και στην σύγχρονη. Τα φοβικά σύνδρομα πολιτικών ηγεσιών και ομάδας Ελλήνων δεν έχουν βάση, πλην ενός ελαφρυντικού : ότι τους καιρούς εκείνους υπήρχε στιβαρό κράτος ενώ σήμερα όπως το ξεχειλώσαμε ελλοχεύουν κίνδυνοι. Τα επιφαινόμενα όμως δεν πρέπει να καθορίζουν τον ορθό σχεδιασμό για την ενεργή αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού και την θετική οικονομική του συμβολή. Εν κατακλείδι συμφωνώ με τον νόμο διαφωνώ με το δημοψήφισμα. Θα έπρεπε όμως να είχε γίνει μια απογραφή πριν κατατεθεί το νομοσχέδιο και σε ανύποπτο χρόνο. Το ότι δεν έγινε είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός σε βάθος και συνέχεια στο κράτος καθιστώντας το αδύναμο. Όμως και έτσι ποτέ δεν είναι αργά.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε την άποψη σας για τον Καλλικράτη και τις αλλαγές που θα επιφέρει στην αυτοδιοίκηση. Πιστεύετε ότι θα ωφεληθούν οι τοπικές κοινωνίες;

Όταν μίλησα για τομές στο κράτος και στη δημόσια διοίκηση σαφώς εννοούσα και την αυτοδιοίκηση. Ο «Καλλικράτης» δημιουργεί εκ των πραγμάτων μια αναπτυξιακή δυναμική, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας, μέσα σε μια Ε.Ε. κρατών που ψάχνει διεξόδους συνοχής δια των περιφερειών. Το εγχείρημα αυτό για να πετύχει χρειάζεται και αλλαγή εκ βάθρων στις κατεστημένες νοοτροπίες δεκαετιών. Η μόνιμη επωδός κακή κυβέρνηση και κακός υπουργός απέναντι στον καλό νομάρχη και δήμαρχο «πέθανε». Το αίτημα των αυτοδιοικητικών ότι θέλουμε παραχώρηση πόρων για να προχωρήσει ο «Καλλικράτης» είναι ανέφικτο στην ουσία γιατί χρήματα δεν υπάρχουν. Τα έργα φιέστες με άτοκα θαλασσοδάνεια χρεώνουν τις μελλοντικές γενιές. Έχουμε ανάγκη από διαχειριστές με αναπτυξιακό όραμα που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις εξεύρεσης πόρων για να ακολουθήσουν οι κατασκευές των έργων. Δηλαδή αυτοδιοικητικούς που θα καταστήσουν τις περιοχές τους ευχάριστες για αυτούς που διαμένουν σ’ αυτές και ελκυστικές σε κεφάλαια και επισκέπτες.

Μιας και μιλάμε για αυτοδιοίκηση και τοπικές κοινωνίες, ακούγονται πολλά για το όνομα σας και για τη διάθεση σας να είστε υποψήφιος δήμαρχος για το δήμο της Ξάνθης. Έχουν κάποια δόση αλήθειας όλα όσα ακούγονται;

Όταν στην αρχική σας ερώτηση απάντησα ότι η τελευταία απόφαση των Βρυξελλών δεν είναι δίχτυ προστασίας για τη χώρα μας αλλά μας δίνει την δυνατότητα να υφάνουμε εμείς το δίχτυ, εννοούσα ότι τα «κουκούλια των μεταξοσκωλήκων» είναι κυρίως οι περιφέρειες και δευτερευόντως οι μεγάλοι δήμοι. Με σχέδιο και πολλή προσπάθεια, με σοβαρή διαχείριση και όχι εικονική, με πολιτικές και όχι μικροπολιτικές, θα είναι χρήσιμες στην διάσωση της χώρας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση αφού ενδιαφέρομαι για τα «κοινά» έχω την διάθεση να προσφέρω αν μου ζητηθεί. Για να δημιουργήσουμε κοινωνία όπου οι οικονομικοί μετανάστες δεν θα ανατινάζονται ψάχνοντας στα σκουπίδια για τρόφιμα και τα νοικοκυριά θα αισθάνονται ασφάλεια από τους κλέφτες. Θα με ενδιέφερε δηλαδή να εργαστώ για μια αυτοδιοίκηση που θα συνδιαχειρίζεται τον πλούτο που θα παράγει και όχι τη μιζέρια της.

Επειδή γνωρίζουμε πως είστε ένας άνθρωπος που λέει τα πράγματα με το όνομα τους θα θέλαμε να μας πείτε αν τελικά στη Θράκη υπάρχει έστω και άτυπα μια συνδιοίκηση ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής;

Η Τουρκία είναι ένα πολύ σοβαρό και μεγάλο κράτος. Παρεμπιπτόντως τελευταία ευτυχεί να έχει ένα πολύ έξυπνο και στιβαρό πρωθυπουργό. Έχει σταθερή εξωτερική πολιτική που σε μια από τις πτυχές της ακουμπά την μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Ειδικότερα θέλει να της προσδώσει εθνική ταυτότητα για να την χρησιμοποιεί ως διαπραγματευτικό χαρτί στους διεθνείς οργανισμούς για τις άλλες διεκδικήσεις της. Η δράση του τουρκικού προξενείου προς αυτή την κατεύθυνση είναι γνωστή. Εγώ προσωπικά δεν τους μέμφομαι διότι οι κύριοι αυτοί κάνουν καλά την δουλειά τους αξιοποιώντας τις ψήφους της μειονότητας. Η άτυπη συνδιοίκηση αρχίζει από την στιγμή που το πολιτικό προσωπικό κυρίως το τοπικό δελεάζεται ξεχνώντας το αρχαίο ρητό «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες». Φυσικά αυτό το παιχνίδι δεν πρέπει να το πληρώσει σε καμία περίπτωση ο απλός μουσουλμάνος συμπολίτης μας που ψάχνει για δουλειά και προκοπή. Αυτόν όλοι εμείς πρέπει να τον προστατέψουμε.

Σ. Καραχότζα
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΛΜΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ WWW.TOLMI1.BLOGSPOT.COM

Για να σώσουν την Ελλάδα καταστρέφουν τους Έλληνες


Με λύσεις παυσίπονο δε σώθηκε καμιά χώρα, εμείς γιατί να σωθούμε;


Το μόνιμο σλόγκαν τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης τους τελευταίους μήνες είναι «να σώσουμε την Ελλάδα», κάτι για το οποίο ασφαλώς και δε διαφωνεί κανένας, ούτε πολιτικός ούτε πολίτης. Το ζητούμενο ωστόσο είναι ποια θα είναι η Ελλάδα που τελικά θα καταφέρουμε να σώσουμε, μια Ελλάδα όπως ήταν παλιά ή μια Ελλάδα με εξαθλιωμένους Έλληνες;
Οι μέχρι τώρα αποφάσεις πάντως δείχνουν ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τη χώρα και μια αδιαφορία για τους πολίτες της και πραγματικά απορώ πως έμπειροι πολιτικοί δεν μπορούν να καταλάβουν πως δεν είναι δυνατόν να σωθεί μια χώρα της οποίας οι πολίτες αποδυναμώνονται μέρα με τη μέρα. Μια χώρα που το επίπεδο ζωής των πολιτών της μειώνεται συνέχεια, μια χώρα στην οποία η ανεργία τείνει να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, μια χώρα η αγορά της οποίας έχει νεκρώσει, ασφαλώς και δεν πρόκειται να σωθεί.
Αν δε βρει σύντομα η κυβέρνηση τρόπο να ρίξει χρήμα στην αγορά, να δώσει εργασία στους άνεργους, να κάνει έργα που προσδίδουν κάποιες προοπτικές ανάπτυξης, όσους φόρους και αν εισπράξει, το μόνο που θα καταφέρει είναι να δίνει στο πρόβλημα λύσεις όχι οριστικές αλλά τύπου παυσίπονου.
Αυτή τη στιγμή το μόνο που καθημερινά ακούμε είναι «θυσίες, θυσίες, θυσίες», λες και τα χρήματα που έτσι κι αλλιώς ο μέσος Έλληνας πολίτης πληρώνει στο κράτος εδώ και χρόνια, φτάνουν για να δώσουν λύση στο πρόβλημα και να καλύψουν ένα χρέος που ξεπερνάει τα 380 δις ευρώ.
Από την άλλη, ακούμε διαρκώς τον πρωθυπουργό να λέει πως τη λύση θα τη βρούμε μόνοι μας, χωρίς τη βοήθεια των ευρωπαίων εταίρων μας, αλλά ακόμα δε μας έχει πει τον τρόπο με τον οποίο θα έρθει αυτή η περιβόητη λύση. Δε διαφωνώ πως το σωσίβιο πρέπει να είναι στο χώρο όπου πνίγεται κάποιος και όχι μερικά χιλιόμετρα μακριά. Για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η οικονομία μας αποκλειστικοί υπεύθυνοι είναι οι Έλληνες πολιτικοί κι αυτοί θα πρέπει να μας βγάλουν από το αδιέξοδο αυτό, όχι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι.
Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κι αυτό σίγουρα δεν είναι τα καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης. Δε λέω, καλά και ωραία είναι τα μεγάλα λόγια αλλά εδώ χρειάζονται έργα ουσίας που θα επιφέρουν θεραπεία και όχι προσωρινή ανακούφιση.
Το να μας λέει η κυβέρνηση πως εξαιτίας των λανθασμένων αποφάσεων της προηγούμενης κυβέρνησης είναι αναγκασμένη να παίρνει αποφάσεις που είναι αντίθετες από τη γενικότερη σοσιαλιστική ιδεολογία της, εμάς δε μας λέει τίποτα και με πιο απλά λόγια, το τελευταίο που μας ενδιαφέρει είναι το ποιος ή ποιοι έφταιξαν για τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας. Εκείνο που μας ενδιαφέρει όλους είναι πως για άλλη μια φορά καλούνται να πληρώσουν εκείνοι που σίγουρα δεν έφταιξαν σε τίποτα.
Το αν τελικά θα έρθει ή όχι λύση από τα άλλα κράτη τα οποία πάντως για την ώρα φαίνεται αν μας στηρίζουν έστω πολιτικά, είναι κάτι που δεν έπρεπε ούτε καν να το συζητάμε. Μπορεί στο πλαίσιο της ομαδικότητας να πρέπει να μας στηρίξουν και οι υπόλοιποι σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή μας αλλά αυτοί που πραγματικά οφείλουν να βρουν λύση είναι οι Έλληνες πολιτικοί. Δε γίνεται να έχουν οδηγήσει εκείνοι τη χώρα ένα βήμα πριν από το γκρεμό και τώρα να ζητάνε από τους υπόλοιπους να μας σώσουν, αυτό μας υποτιμά ως λαό και ως έθνος.
Επειδή όμως ο Έλληνας έχει πάντα την εύκολη απάντηση για όλα, έτσι και τώρα η κυβέρνηση τα αποδίδει όλα σε κάποιους κερδοσκόπους τους οποίους ούτε ξέρουμε ούτε και θα μάθουμε ποτέ. Πραγματικά όμως αυτοί πιθανό και να υπάρχουν αλλά ας απαλλάξουν τη χώρα πρώτα από τους κερδοσκόπους του εσωτερικού και μετά βλέπουμε και για αυτούς του εξωτερικού.
Εξάλλου και η έννοια κερδοσκόπος είναι πολύ περίπλοκη. Και ο απλός μαγαζάτορας και ο απλός περιπτεράς είναι κερδοσκόπος και όχι «ζημιοσκόπος» αφού κάνει μια δουλειά με απώτερο σκοπό το προσωπικό του κέρδος. Κερδοσκόποι όμως είναι και όλοι εκείνοι που κρύβονται πίσω από τα αμέτρητα πλέον σκάνδαλα που έκαναν διεθνώς ρεζίλι τη χώρα μας και τους οποίους όχι μόνο δε στείλαμε φυλακή, όχι μόνο δεν τους ζητήσαμε τα χρήματα πίσω αλλά ούτε καν τους αποκαλύψαμε. Πιάστε πρώτα αυτούς κύριοι της κυβέρνησης και μετά ασχοληθείτε και με τους άλλους.
Αλλά κυρίως καταλάβετε επιτέλους πως αύξηση του φόρου, απολύσεις, περικοπές και παγώματα μισθών και συντάξεων δεν πρόκειται να μας σώσουν από το κακό που έρχεται. Όσο οι πλούσιοι θα εξακολουθούν να μένουν στο απυρόβλητο όσο οι πολιτικοί θα εξακολουθούν να διορίζουν κόρες και γιούς στη βουλή όσο στη χώρα αυτή ο άνθρωπος θα αξιολογείται με βάση το όνομα και τους προγόνους του και όχι με βάση τις πραγματικές του ικανότητες, θα είμαστε η καημένη και η μίζερη εκείνη χώρα που τη λυπούνται όλοι.
Αναρωτιέμαι πραγματικά αν όλα αυτά τα μέτρα που το τελευταίο διάστημα λήφθηκαν είναι στο πλαίσιο της προσπάθειας για έξοδο από την οικονομική κρίση ή πρόκειται για ένα καλοστημένο σχέδιο προκειμένου να καταργηθούν όλα όσα ακόμα και με αίμα απέκτησαν τόσα χρόνια οι εργαζόμενοι. Δεν μπορεί οι πολιτικοί μας να είναι τόσο χαζοί ώστε να μην καταλαβαίνουν ότι τα μέτρα αυτά δε θα δώσουν καμία απολύτως λύση κι ότι αντιθέτως θα οξύνουν το πρόβλημα μας. Κάτι άλλο συμβαίνει ή για να το πω πιο σωστά κάπου αλλού αποσκοπούν όλες αυτές οι εξελίξεις.
Πάντως είτε το πρώτο ισχύει, ότι δηλαδή είναι χαζοί οι πολιτικοί μας, είτε το δεύτερο, αποσκοπούν στην πλήρη ανατροπή των εργασιακών μας κεκτημένων, εκείνος που θα υποφέρει χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό είναι και πάλι ο απλός πολίτης, εκείνος που με τόση ευκολία καλείται να πληρώσει τα λάθη άλλων.

Σ. Καραχότζα


Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Ο άνθρωπος που έκανε το πρώτο βήμα πριν από 45 χρόνια


Στο τεύχος μας αυτό έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε έναν άνθρωπο που ίσως να μην είναι γνωστός σε όλους αλλά έχει μια ξεχωριστή σημασία για την περιοχή μας και ειδικότερα για τα χωριά της ορεινής Ξάνθης. Πρόκειται για τον συνταξιούχο πλέον δάσκαλο Πέτρο Θεοχαρίδη που το 1964 έφτασε στα μέρη μας ως νεοδιορισμένος τότε εκπαιδευτικός και μάλιστα σε ένα μειονοτικό σχολείο. Μέσα σε αν μόλις χρόνο ο κύριος Θεοχαρίδης ξεκίνησε την καταγραφή της άγνωστης μέχρι τότε για εκείνον πομάκικης γλώσσας. Όλα αυτά τα χρόνια συνάντησε δυσκολίες αλλά και ευχάριστες στιγμές, τις οποίες μας εξηγεί παρακάτω ενώ μας μιλάει επίσης και για την προσπάθεια του να εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο που έχει άμεση σχέση με τους τότε σπουδαστές του στο ιεροσπουδαστήριο του Εχίνου.


Κύριε Θεοχαρίδη, είστε ένας από τους πρώτους ανθρώπους που αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την καταγραφή και μελέτη της πομάκικης γλώσσας. Θέλω να μας πείτε πότε ακριβώς ξεκίνησε η προσπάθειά σας αυτή και τι ήταν εκείνο που σας έκανε να το αποφασίσετε;


Στις 3 Ιανουαρίου 1964, νεοδιορισμένος δάσκαλος, έφτασα στην Ξάνθη. Στο γραφείο του επιθεωρητή μουσουλμανικών σχολείων μου είπαν: «Τοποθετείσαι στο μουσουλμανικό δημοτικό σχολείο Σπανοτόπου». Απόρησα. Δεν είχα ξανακούσει για Μουσουλμάνους. Μου είπαν: «Στη Θράκη ζουν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Οι Μουσουλμάνοι είναι Τούρκοι, Πομάκοι και Τσιγγάνοι. Σ’ ένα από τα σχολεία τους θα εργαστείς».
Χότζας και διευθυντής του σχολείου Σπανοτόπου ήταν ένας Πομάκος από τις Θέρμες. Ήταν παντρεμένος με Τουρκάλα του χωριού. Και ήταν ευγενικός, ομιλητικός, καλόκαρδος. Καλή του ώρα, όπου κι αν βρίσκεται. Μαζί μου μιλούσε ελληνικά. Με τους μαθητές μας και με τους Τούρκους του χωριού μιλούσε τουρκικά. Καλοπροαίρετα με ενημέρωνε και έλυνε απορίες μου. Και είχα πολλές απορίες… Συνυπηρετήσαμε έξι μήνες.
Από την πρώτη του Σεπτέμβρη 1964 είχα οργανική θέση στο μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο Εχίνου. Νεοπαντρεμένος, με τη γυναίκα μου και με την προίκα της πάνω σε φορτηγό, «πήραμε τα βουνά» της Ξάνθης. Ο δρόμος ήταν στενός, ασφαλτοστρωμένος στο μεγαλύτερο μέρος του, ανηφορικός και με άπειρες στροφές. Ανηφόριζε σαν φίδι. Όλο ανηφόριζε. Βουνά ατέλειωτα, χαράδρες, αλλά πανέμορφο, καταπράσινο, μαγευτικό το δασικό περιβάλλον γύρω μας.
Οι άνθρωποι που βλέπαμε στο δρόμο και στο χωριό Σμίνθη, με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους – οι άνδρες και τα αγόρια με τα σκουφάκια τους (κάποιοι με σαρίκια), οι γυναίκες και τα κορίτσια με τις θαυμαστές τοπικές υφαντές φορεσιές τους – μας χαιρετούσαν κουνώντας τα χέρια ή τα μαντήλια τους, ευγενικά, φιλικά, φιλόξενα. Απ’ αυτή την αγνή, την καθαρή και γεμάτη αγάπη ματιά και συμπεριφορά, ένιωσα ανακούφιση και συμπάθεια και η σφιγμένη καρδιά μου χαλάρωσε, πήρα θάρρος, παρηγορήθηκα.
Τόσο στον Εχίνο, όσο και σε κάθε πομακικό χωριό που επισκέφτηκα, τέτοια ευγένεια, καλοσύνη, φιλοξενία, ανθρωπιά και καλή διάθεση γνώρισα από τους ανθρώπους αυτούς, που λέγονται Πομάκοι.
Εκεί όλοι μιλούσαν πομακικά. Στα σπίτια τους, στο καφενείο, στο δρόμο, στο χωράφι, στην Ξάνθη παντού μιλούσαν πομακικά. Οι Σπουδαστές μας, επίσης, μεταξύ τους μιλούσαν πομακικά. Μόνο με τους Χοτζάδες τους μιλούσαν τουρκικά. Και ήταν επόμενο αφού αυτοί ήταν οι δάσκαλοί τους της τουρκικής γλώσσας.
Διαπίστωνα ότι η πομακική γλώσσα, η μητρική γλώσσα των Πομάκων, δεν ήταν τουρκική, δεν ήταν ελληνική, δεν ήταν και βουλγαρική, αν και έμοιαζε αρκετά. Ως μητρική όμως γλώσσα στα σχολεία τους διδασκόταν η τουρκική γλώσσα! Αυτό με παραξένευε, με στενοχωρούσε, με πονούσε. Λυπόμουν τα παιδιά.


Ποια ήταν την εποχή εκείνη η αντίδραση των Μουσουλμάνων της περιοχής αναφορικά με την προσπάθειά σας αυτή να καταγράψετε τη γλώσσα τους; Ήταν θετικοί ή αρνητικοί απέναντι σας;


Από την ημέρα που έφτασα στην Ξάνθη και κυρίως από την ημέρα που εγκαταστάθηκα στον Εχίνο, αισθάνθηκα την ανάγκη, αλλά και την υποχρέωση να ενημερωθώ και να γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς, αφού σε πομακικό μουσουλμανικό σχολείο υπηρετούσα.
Σε όλη τη διάρκεια της εφτάχρονης προσπάθειάς μου να συγκεντρώσω υλικό για τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό των Πομάκων, δεν αντιμετώπισα καμιά δυσκολία, ούτε αντιρρήσεις, από κανέναν. Αντίθετα όλοι (Ιμάμηδες, Χοτζάδες, σπουδαστές μας, χωρικοί) μου στάθηκαν θετικά και με βοήθησαν όσο χρειαζόμουν και με κάθε τρόπο. Με προσκαλούσαν στα χωριά τους (για να παρακολουθήσω εκδηλώσεις και γιορτές), στα σπίτια τους, (για να γνωρίσω τη σπιτική ζωή), στους γάμους, στις σχολικές γιορτές και γενικά μου συμπαραστάθηκαν με ευχαρίστηση.
Στο σπίτι μου, που βρισκόταν δίπλα στο ιεροσπουδαστήριο, καθημερινά σχεδόν φιλοξενούσα σπουδαστές μου (ηλικίας 13 - 35 χρόνων), που μου έφερναν λέξεις, φράσεις, παραμύθια, τραγούδια, αινίγματα, ονομασίες και ό,τι άλλο χρειαζόμουν. Μου μετέφραζαν λέξεις, φράσεις, κείμενα και μου έδιναν εξηγήσεις και απαντήσεις σε άπειρα ερωτήματά μου. Καμιά αντίρρηση, καμιά διαφωνία, κανένα εμπόδιο. Αντίθετα με βοηθούσαν και μου συμπαραστέκονταν. Τους ευχαριστώ θερμά όλους. Μόνο μια εξαίρεση, ο Χότζας Αγκά Μαχμέτ (Μουφτήογλου) σε κάποια στιγμή μου είπε: «Εμείς δε θέλουμε ν’ ακούμε ούτε τη λέξη Πομάκος, εσύ γράφεις βιβλίο για τους Πομάκους».

Φαντάζομαι ότι μετά τη συλλογή του απαραίτητου υλικού, θέλατε να εκδώσετε κάποιο λεξικό με τη συγκεκριμένη γλώσσα, κάτι που άλλωστε έγινε πραγματικότητα. Δυσκολευτήκατε να βρείτε τους ανθρώπους εκείνους που θα κάνουν πράξη την επιθυμία σας αυτή;


Ξεκίνησα αυτό το έργο από προσωπική ανάγκη. Ήθελα να ενημερωθώ και να γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς, που συμπάθησα από την πρώτη επαφή μαζί τους. Ήθελα επίσης να προσφέρω στον τόπο και να παρουσιάσω εξωσχολική δράση, χρήσιμο στοιχείο για την υπηρεσιακή μου εξέλιξη. Ένιωθα, βέβαια, την ανάγκη να δημιουργήσω ένα βοήθημα, που διαβάζοντάς το να ενημερώνονται όσοι υπηρετούν (δάσκαλοι, αστυνομικοί, γραμματείς και άλλοι) ή έχουν εμπορικές και άλλες σχέσεις με τους Μουσουλμάνους της ορεινής Θράκης. Και αυτό για να επιτελούν το έργο τους σωστά και χωρίς ανόητα λάθη. Όμως δεν πίστευα πως θα τα καταφέρω.
Η επιθυμία μου να επιδιώξω εκτύπωση της εργασίας μου δημιουργήθηκε, όταν η Ακαδημία Αθηνών με επαίνεσε με πρώτο έπαινο. Επαινετικά λόγια μου είχαν πει προφορικά και όσοι είδαν το έργο μου. Αυτοί όμως, που είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν για την έκδοση του έργου μου δεν έκαναν το καθήκον τους. Αντίθετα επιδίωξαν να το οικειοποιηθούν!!!
Επί τέλους, 25 χρόνια μετά και αφού εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο μου: «ΠΟΜΑΚΟΙ, οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης…» από τα ΠΑΚΕΘΡΑ (1995), με χορηγία του Πρόδρομου Εμφιετζόγλου, τυπώθηκαν και τα λεξικά (ΠΟΜΑΚΟ - ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΕΛΛΗΝΟ - ΠΟΜΑΚΙΚΟ) και η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ της πομακικής γλώσσας…(1996) Έτσι ικανοποιήθηκε η επιθυμία μου, η πομακική γλώσσα από «μη γραφόμενη» να γίνει γραφόμενη.


Η επίσημη ελληνική πολιτεία σας πλησίασε καθόλου με σκοπό να συμβάλει στην καταγραφή αυτή; Τόσα χρόνια μετά, κύριε Θεοχαρίδη, υπάρχει η αναγνώριση της προσπάθειάς σας τόσο από την πολιτεία όσο και από τον απλό κόσμο;


Όχι, καθόλου. Η επίσημη ελληνική πολιτεία δεν έκανε τίποτε. Τήρησε πιστά τα πρωτόκολλα, που υπέγραψαν Τουρκία και Ελλάδα, ερήμην των Πομάκων, το 1951 και το 1968. Με βάση τα πρωτόκολλα αυτά, εκτός των άλλων, η τουρκική γλώσσα διδάσκεται στα Πομακόπουλα, από την πρώτη τάξη, ως μητρική τους γλώσσα!
Νιώθω ικανοποίηση από το γεγονός ότι πολλοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες, καθηγητές και άλλοι ερευνητές ακολούθησαν την προτροπή μου και γράψανε και γράφουν επιστημονικές εργασίες με θέματα που έχουν σχέση με τους Πομάκους. Πιο πολύ με χαροποιεί το γεγονός ότι επί τέλους, Πομάκοι πια γράφουν για τους Πομάκους. Αυτό είναι θαυμάσιο.


Από την εμπειρία σας πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, πιστεύετε πως αν υπήρχε η καλή διάθεση, η γλώσσα των Πομάκων θα μπορούσε να είχε καταγραφεί στο σύνολό της με αποτέλεσμα να μπορεί ακόμα και να διδαχθεί στα μειονοτικά σχολεία;


Μα βέβαια. Αφού μιλιέται. Αφού μ’ αυτήν μεγάλωσαν και έζησαν οι Πομάκοι πολλούς αιώνες. Κάθε γλώσσα μπορεί να έχει αλφάβητο, να γράφεται, να διαβάζεται και να διδάσκεται. Αρκεί να το θελήσουν οι ίδιοι. Εδώ, θέλω να σημειώσω και το εξής: Και οι Πομάκοι, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε λαός, έχουν το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.


Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι προσπαθείτε να εκδώστε ένα ακόμα βιβλίο το οποίο έχει άμεση σχέση με τους τότε σπουδαστές σας. Τι ακριβώς θα είναι αυτό το βιβλίο και σε ποιο στάδιο βρίσκεται τώρα;


Πρόκειται για τις εντυπώσεις μιας μεγάλης και καθόλα επιτυχημένης εκδρομής που πραγματοποιήσαμε από τις 20 μέχρι τις 29 Ιουνίου 1965, ο Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ και εγώ με τους σπουδαστές μας των μεγαλύτερων τάξεων του μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου (Ξάνθης).
Ήταν μια πλούσια 10ήμερη ψυχαγωγική και μορφωτική εκδρομή. Μας την πρόσφεραν το υπουργείο Εσωτερικών και το Βασιλικό Εθνικό Ίδρυμα.
Επί δέκα ολόκληρες μέρες ζήσαμε σαν σε παράδεισο. Ψυχαγωγηθήκαμε και μορφωθήκαμε. Απολαύσαμε την όμορφη ελληνική φύση. Γνωρίσαμε θαυμαστά πράγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Είδαμε ιστορικούς τόπους και αρχαία μνημεία και διαπιστώσαμε τη σύγχρονη πρόοδο της πατρίδας μας. Επισκεφτήκαμε την Καβάλα, τη Θεσσαλονίκη, την Πέλλα, το Βόλο, την Αθήνα, το Σούνιο, τον Πειραιά, το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, τη Λαμία, τη Λάρισα, την Κατερίνη. Είδαμε λιμάνια, εργοστάσια, αεροδρόμια, τεράστια τεχνικά έργα. Διανύσαμε τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα σε απέραντες πεδιάδες. Γνωρίσαμε την ωραία ελληνική ζωή και θαυμάσαμε την όμορφη πατρίδα μας. Έτσι, η εκδρομή μας, που οργανώθηκε τέλεια κι εφαρμόστηκε πιστά το θαυμάσιο πρόγραμμά της, είχε σε μας πραγματικά ευεργετική ψυχαγωγική και μορφωτική επίδραση.
Το βιβλίο αυτό, με τις εντυπώσεις της εκδρομής μας, το γράψαμε, ο Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ, οι σπουδαστές μας και εγώ, αμέσως μετά την επιστροφή μας από την εκδρομή. Επιθυμία όλων μας ήταν να το τυπώσουμε για να το έχουμε «ζωντανό» ενθύμιο της εκδρομής μας σε όλη μας τη ζωή. Δεν το καταφέραμε όμως για λόγους οικονομικούς. Και πέρασαν από τότε 45 χρόνια! Στο μεταξύ ο συνάδελφος Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ συγχωρέθηκε και οι σπουδαστές μας έγιναν παππούδες, ηλικιωμένοι 60 ετών και παραπάνω.
Εγώ, ζωντανός ακόμα, δεν ξέχασα τους σπουδαστές μου. Ούτε λησμόνησα την επιθυμία τους να έχουν φωτογραφίες της εκδρομής, να έχουν και τις θαυμάσιες εντυπώσεις μας από αυτήν γραπτές. Και να τώρα, «κάλλιο αργά παρά ποτέ», πραγματοποιείται η επιθυμία τους. Απαιτήθηκαν γι αυτό ισχυρή θέληση, υπομονή, επιμονή, πολύς χρόνος και ο υπολογιστής μου με όλα τα σχετικά ηλεκτρονικά μηχανήματα. Έτσι, με έξοδα που άντεξε η σύνταξή μου και δουλειά εξοντωτική για την ηλικία μου (όμως ευχάριστη), έφτασα σ’ αυτό το έξοχο, πιστεύω, αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα – δημιούργημα καλής διάθεσης, ξεχωριστής προσφοράς και μεγάλης αγάπης δασκάλου προς τους μαθητές του. Χαίρομαι που το κατάφερα. Αριθμεί 360 σελίδες μεγάλου μεγέθους (Α4). Περιέχει 18 φωτογραφίες μας σε αξιοθέατα και μεγάλο αριθμό φωτογραφιών των αξιοθέατων που επισκεφθήκαμε. Είναι έτοιμο για εκτύπωση. Έχει τον τίτλο: «ΕΛΛΑΔΑ, ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ», που πιστώνεται στο Χότζα Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ.
Πιστεύω πως το βιβλίο αυτό θα φέρει στη μνήμη των σπουδαστών μου μεγάλες συγκινήσεις, πολλή χαρά και «γλυκές» αναμνήσεις. Θα δίνει χαρά και ικανοποίηση στις οικογένειές τους, αλλά και στους συγχωριανούς τους. Θεωρώ, τέλος, ότι αυτό το βιβλίο θα αποτελεί χρήσιμο ενημερωτικό βοήθημα (τουριστικό οδηγό) σε κάθε αναγνώστη, όταν αυτός θα ταξιδεύει στον άξονα Εχίνος – Ξάνθη – Θεσσαλονίκη – Πέλλα – Βόλος – Αθήνα – Ναύπλιο –Επίδαυρος. Εύχομαι, ολόψυχα, το επιθυμητό αυτό βιβλίο να φτάσει έγκαιρα και να φέρει χαρά και ικανοποίηση σε όλους.


Ποιες είναι γενικότερα οι εντυπώσεις σας τόσο από την ορεινή περιοχή στην οποία ήσασταν για χρόνια δάσκαλος όσο και από τους ανθρώπους της;


Θαυμάσιες, υπέροχες. Η Ροδόπη και ιδιαίτερα η ορεινή περιοχή του νομού Ξάνθης είναι σωστός παράδεισος. Και οι άνθρωποί της καλόκαρδοι, φιλήσυχοι, ευγενικοί, εργατικοί, τίμιοι και πολύ θρήσκοι.


Εξακολουθείτε να έχετε επαφή με ανθρώπους που γνωρίσατε την εποχή εκείνη;


Ναι, με λίγους. Δυστυχώς, η ζωή μας απομάκρυνε, μας αποξένωσε. Πολλοί, όπως οι συνάδελφοί μου, του μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου, έχουν πεθάνει. Αιωνία τους η μνήμη.


Ως εκπαιδευτικός πιστεύετε πως για τα παιδιά της ορεινής Ξάνθης θα ήταν καλύτερο να διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα και όχι την τουρκική;


Οι Πομάκοι, όπως όλοι οι άνθρωποι, αγαπούν τον τόπο τους, τη θρησκεία τους, τη γλώσσα τους, την ενδυμασία τους… Αγαπούν τον εαυτό τους. Είναι λοιπόν αψυχολόγητο, αντιπαιδαγωγικό και σκληρό, για γονείς και παιδιά, να μη γνωρίζουν τον κόσμο και τον εαυτό τους μέσα από τη μητρική τους γλώσσα, τη γλώσσα των προγόνων τους. Επαναλαμβάνω: Και οι Πομάκοι, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε λαός, έχουν το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.


Σ. Καραχότζα