Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Παναγιώτης Σγουρίδης: Μια φωνή που έχει τη δική της βαρύτητα


Στο τεύχος μας αυτό φιλοξενούμε έναν άνθρωπο την εμπειρία του οποίου στα πολιτικά δρώμενα έχουν ελάχιστοι και οι τοποθετήσεις του έχουν τη δική τους βαρύτητα. Ο λόγος φυσικά για τον πρώην βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτη Σγουρίδη ο οποίος μιλώντας αποκλειστικά στην Τ, σχολιάζει όλες τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις και τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Φυσικά δε θα μπορούσαμε να μη ζητήσουμε την άποψή του και για τα θέματα εκείνα που αφορούν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης αλλά και τις φήμες που τον θέλουν να είναι υποψήφιος δήμαρχος Ξάνθης. Για όλους και για όλα λοιπόν μιλάει ο πολύπειρος πολιτικός και είναι βέβαιο πως η συνέντευξη αυτή θα γίνει αντικείμενο συζητήσεων και σχολιασμών.

Κύριε Σγουρίδη. Μετά από έναν πραγματικό μαραθώνιο του πρωθυπουργού τελικά πάρθηκε η απόφαση η οποία χαρακτηρίστηκε ως δίχτυ για τη χώρα μας. Είναι πραγματικά έτσι; Και τι σηματοδοτεί για την ελληνική οικονομία;

Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι η περιοδεία του πρωθυπουργού αρχής γενομένης από το Λονδίνο, Βερολίνο, Παρίσι, Μόσχα, Ουάσινγκτον και κατ’ επανάληψη Βρυξέλλες ήταν πραγματικά ένας μαραθώνιος. Είναι αξιέπαινος ο κ. Παπανδρέου που τον έβγαλε σε πέρας. Η αιτία που υπεβλήθη ο πρωθυπουργός σ’ αυτόν τον αγώνα δρόμου ήταν η διάσωση της ελληνικής οικονομίας, που δυστυχώς την κατέστρεψαν οι λάθος οικονομικοί χειρισμοί της κυβέρνησης του κ. Καραμανλή. Όμως η διάσωση της χώρας και του λαού μας έχουν μπροστά τους μακρύ και δύσκολο δρόμο. Η απόφαση της Ε.Ε. δεν είναι δίχτυ αλλά μια ισορροπημένη πολιτική απόφαση διατυπωμένη με την διπλωματική γλώσσα των Βρυξελλών.
Δίνει όμως την δυνατότητα στους Έλληνες να υφάνουν το δίχτυ μόνοι τους με σκληρές θυσίες.

Ωστόσο παίχτηκε ένα σκληρό πόκερ που με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι νικητής είναι η Αγκελα Μέρκελ. Ωστόσο πολλοί μιλούν για πορεία νίκη της Γερμανίδας καγκελαρίου.

Στο πόκερ αλλά και γενικότερα στη διελκυνστίδα των οικονομικών συμφερόντων νικά αυτός που έχει περίσσευμα κεφαλαίων. Συνεπώς δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία για το ποιος είναι νικητής.
Θα επισημάνω όμως ότι η Γερμανία είναι σε λάθος δρόμο. Στην πρόσφατη ιστορία της απέδειξε ότι ενώ είναι καλή στους τακτικούς ελιγμούς υστερεί σε οραματικό σχεδιασμό και σε επιλογή του λεγόμενου timing. Ο Πρώτος και Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αποδεικνύουν του λόγου μου το αληθές. Τελευταία, η ηγεσία της ενώ ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ομοσπονδιακής Ευρώπης και του ισχυρού ευρώ, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση άλλαξε «ρότα» υπέρ της δικής της και μόνο ανταγωνιστικότητας. Όμως εφ’ όσον θέλει να είναι η ατμομηχανή της Ευρώπης πρέπει να κατανοήσει ότι Ε.Ε. χωρίς αλληλεγγύη δεν υφίσταται. Δεν μπορεί ο πλούτος της δηλαδή τα δικά της οικονομικά πλεονάσματα να ισοσκελίζονται με τη φτώχεια δηλαδή τα ελλείμματα των χωρών της Νοτίου Ευρώπης. Γι’ αυτό σας μίλησα προηγουμένως για το μακρύ δρόμο που πρέπει να διανύσει η χώρα μας.

Το τελευταίο διάστημα όλοι μιλάμε για τη διάσωση της Ελλάδας αλλά δεν ακούγεται κουβέντα για τη διάσωση των Ελλήνων. Πάμε δηλαδή σε μια πολιτική εξαθλίωσης των πολιτών μόνο και μόνο για να σωθεί η πατρίδα; Δεν πρέπει όμως για να σωθεί όπως λένε η οικονομίας μας, να δοθούν χρήματα στους πολίτες και κατά συνέπεια στην αγορά; Δεν πρέπει να γίνουν έργα ανάπτυξης και όχι απλής συντήρησης του κράτους;

Πρώτα σώζεις το καράβι γιατί αν βουλιάξει οι βάρκες και τα σωσίβια δεν θα σώσουν όλους τους επιβάτες, μια και η παγκόσμια θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη και με παγωμένα νερά. Το επόμενο στοίχημα είναι να αποφύγεις την οικονομική συρρίκνωση που θα οδηγήσει στην εξαθλίωση των πολιτών. Στο παιχνίδι αυτό της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας όλοι οι Έλληνες θα πρέπει να ξεχάσουμε θα θέσφατα και τα κεκτημένα. Χρειαζόμαστε τομές στην δημόσια διοίκηση που θα δημιουργήσουν ένα μικρό, ευέλικτο και ελεγκτικό κράτος. Αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού με μετατάξεις, υπηρεσίες out sourcing, άνοιγμα επαγγελμάτων, μείωση γραφειοκρατίας, συνεκμετάλλευση του ΟΣΕ και με ιδιώτες, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας για προσέλκυση κεφαλαίων, οργανωμένη εκτός σχεδίου δόμηση, εκμετάλλευση του ορυκτού μας πλούτου και πολλά άλλα. Φυσικά με μια προϋπόθεση ότι όσοι θα εκμεταλλευτούν αυτές τις θυσίες του ελληνικού λαού για τον προσωπικό τους πλουτισμό μέσω διαπλοκής θα πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά. Αν επικρατήσουν ξανά τα «λαμόγια» το προνομιούχο οικόπεδο που λέγεται «Ελλάδα» την επόμενη φορά θα πωληθεί «κοψοτιμής». Σε αυτή την προσπάθεια διάσωσης πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν περισσεύει κανείς και δεν μπορεί να υπάρχουν αποκλεισμοί.

Ο κύριος Παπανδρέου από τις Βρυξέλλες προανήγγειλε τη πραγματοποίηση διάσκεψης επενδυτών, με τη συμμετοχή και αρωγή Ελλήνων της διασποράς, ώστε να δοθεί αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Πιστεύετε ότι είναι μια κίνηση που θα αποδώσει;

Είναι μια πρωτοβουλία με συμβολικό χαρακτήρα, όπως συμβολικό χαρακτήρα είχε και η δημιουργία ταμείου για την διάσωση της ελληνικής οικονομίας και παλαιότερα η δημιουργία ταμείου για τις πυρόπληκτες περιοχές. Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν ήταν και θα είναι ψίχουλα, όμως το μήνυμα που στέλνουν προς πάσα κατεύθυνση είναι μεγάλο. Έτσι και στη διάσκεψη μόνο επενδυτές δεν θα εμφανιστούν και αυτοί που θα έρθουν μόνο καλά λόγια θα εκφράσουν όχι κεφάλαια. Οι επενδυτές αλλά και οι ομογενείς επενδυτές είναι οικονομικά «ζώα» που κυνηγούν μόνα τους και όχι κατά κοπάδια. Άρα πρέπει να δημιουργήσεις εύκρατη περιοχή για να τους ελκύσεις π.χ. δημιούργησε μια ζώνη ουρανοξυστών στο παλαιό αεροδρόμιο του Ελληνικού και θα δεις τι προσέλκυση κεφαλαίων θα έχεις!!!

Επειδή όμως Ελλάδα δε σημαίνει μόνο οικονομία, θα θέλαμε να σχολιάσετε τις πρόσφατες ανακοινώσεις της υπουργού εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων για προσπάθεια δημιουργίας δίγλωσσων για τους μουσουλμάνους της Θράκης νηπιαγωγείων. Ωστόσο μετά και τις δηλώσεις και της κυρίας Δραγώνας ανοιχτό μένει το θέμα της εισαγωγής και την πομάκικης ως μητρικής γλώσσας. Θεωρείτε ότι μπαίνουμε σε άλλες εποχές ως προς τη μειονοτική εκπαίδευση;

Ο νόμος για τα διαπολιτισμικά σχολεία είναι ψηφισμένος από το 1996 άσχετα αν δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα τα Π.Δ. και οι υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή του. Η ουσία αυτού του νόμου στηρίζονταν στο ότι αν ικανός αριθμός μαθητών μιας εθνοτικής ομάδας ζητήσει την διδασκαλία της μητρικής του γλώσσας στο δημόσιο σχολείο η πολιτεία πρέπει να την προσφέρει. Αυτό δεν πρέπει να συσχετίζεται με την μειονοτική εκπαίδευση μιας και αυτή διέπεται από άλλους νόμους βάση της συνθήκης της Λοζάννης. Οι γνωστοί μειονοτικοί κύκλοι ενώ ζητούν δίγλωσσα δημόσια νηπιαγωγεία στη Τουρκική θεωρούν έγκλημα «καθοσιώσεως» αν ιδρυθούν και για την Πομακική γλώσσα. Ο νοών νοείτο.

Πρόσφατα ο πολιτιστικός σύλλογος Πομάκων Ξάνθης απέστειλε μια επιστολή προς τα υπουργεία εξωτερικών και παιδείας με την οποία ζητάει ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία για τους μουσουλμάνους. Θεωρείτε ότι το αίτημα τους αυτό είναι δίκαιο και τι θα πρέπει να γίνει ως προς το θέμα αυτό από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας;

Συμφωνώ απόλυτα με το πνεύμα της επιστολής που στηρίζεται κυρίως στη διαπίστωση ότι η πλειονότητα των μεσαίων οικονομικά οικογενειών της μειονότητας μηχανεύεται τρόπους για να στείλουν τα παιδιά τους στα δημόσια δημοτικά σχολεία και όχι στα μειονοτικά. Άσε που οι ισχυροί οικονομικά τα στέλνουν στο ιδιωτικό, παθαίνοντας επιλεκτική αμνησία στα όσα ιερο-κηρύσσουν για την μειονοτική εκπαίδευση. Δεν τους κατακρίνω γιατί ενδιαφέρονται για τους γόνους τους αλλά διαφωνώ με την υποκρισία τους.

Ένα όμως ακόμα θέμα που απασχόλησε και εξακολουθεί να απασχολεί την ελληνική κοινωνία είναι αυτό με την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών στη χώρα μας. Εσείς βρίσκετε σωστή την κίνηση αυτή της κυβέρνησης ή πιστεύετε πως θα έπρεπε για το ζήτημα αυτό να ερωτηθούν όλοι οι Έλληνες μέσω ενός δημοψηφίσματος;

Η παράφραση ότι Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας τα λέει όλα. Ίσχυσε στην κλασσική Ελλάδα και στην Βυζαντινή αυτοκρατορία γιατί όχι και στην σύγχρονη. Τα φοβικά σύνδρομα πολιτικών ηγεσιών και ομάδας Ελλήνων δεν έχουν βάση, πλην ενός ελαφρυντικού : ότι τους καιρούς εκείνους υπήρχε στιβαρό κράτος ενώ σήμερα όπως το ξεχειλώσαμε ελλοχεύουν κίνδυνοι. Τα επιφαινόμενα όμως δεν πρέπει να καθορίζουν τον ορθό σχεδιασμό για την ενεργή αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού και την θετική οικονομική του συμβολή. Εν κατακλείδι συμφωνώ με τον νόμο διαφωνώ με το δημοψήφισμα. Θα έπρεπε όμως να είχε γίνει μια απογραφή πριν κατατεθεί το νομοσχέδιο και σε ανύποπτο χρόνο. Το ότι δεν έγινε είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός σε βάθος και συνέχεια στο κράτος καθιστώντας το αδύναμο. Όμως και έτσι ποτέ δεν είναι αργά.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε την άποψη σας για τον Καλλικράτη και τις αλλαγές που θα επιφέρει στην αυτοδιοίκηση. Πιστεύετε ότι θα ωφεληθούν οι τοπικές κοινωνίες;

Όταν μίλησα για τομές στο κράτος και στη δημόσια διοίκηση σαφώς εννοούσα και την αυτοδιοίκηση. Ο «Καλλικράτης» δημιουργεί εκ των πραγμάτων μια αναπτυξιακή δυναμική, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας, μέσα σε μια Ε.Ε. κρατών που ψάχνει διεξόδους συνοχής δια των περιφερειών. Το εγχείρημα αυτό για να πετύχει χρειάζεται και αλλαγή εκ βάθρων στις κατεστημένες νοοτροπίες δεκαετιών. Η μόνιμη επωδός κακή κυβέρνηση και κακός υπουργός απέναντι στον καλό νομάρχη και δήμαρχο «πέθανε». Το αίτημα των αυτοδιοικητικών ότι θέλουμε παραχώρηση πόρων για να προχωρήσει ο «Καλλικράτης» είναι ανέφικτο στην ουσία γιατί χρήματα δεν υπάρχουν. Τα έργα φιέστες με άτοκα θαλασσοδάνεια χρεώνουν τις μελλοντικές γενιές. Έχουμε ανάγκη από διαχειριστές με αναπτυξιακό όραμα που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις εξεύρεσης πόρων για να ακολουθήσουν οι κατασκευές των έργων. Δηλαδή αυτοδιοικητικούς που θα καταστήσουν τις περιοχές τους ευχάριστες για αυτούς που διαμένουν σ’ αυτές και ελκυστικές σε κεφάλαια και επισκέπτες.

Μιας και μιλάμε για αυτοδιοίκηση και τοπικές κοινωνίες, ακούγονται πολλά για το όνομα σας και για τη διάθεση σας να είστε υποψήφιος δήμαρχος για το δήμο της Ξάνθης. Έχουν κάποια δόση αλήθειας όλα όσα ακούγονται;

Όταν στην αρχική σας ερώτηση απάντησα ότι η τελευταία απόφαση των Βρυξελλών δεν είναι δίχτυ προστασίας για τη χώρα μας αλλά μας δίνει την δυνατότητα να υφάνουμε εμείς το δίχτυ, εννοούσα ότι τα «κουκούλια των μεταξοσκωλήκων» είναι κυρίως οι περιφέρειες και δευτερευόντως οι μεγάλοι δήμοι. Με σχέδιο και πολλή προσπάθεια, με σοβαρή διαχείριση και όχι εικονική, με πολιτικές και όχι μικροπολιτικές, θα είναι χρήσιμες στην διάσωση της χώρας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση αφού ενδιαφέρομαι για τα «κοινά» έχω την διάθεση να προσφέρω αν μου ζητηθεί. Για να δημιουργήσουμε κοινωνία όπου οι οικονομικοί μετανάστες δεν θα ανατινάζονται ψάχνοντας στα σκουπίδια για τρόφιμα και τα νοικοκυριά θα αισθάνονται ασφάλεια από τους κλέφτες. Θα με ενδιέφερε δηλαδή να εργαστώ για μια αυτοδιοίκηση που θα συνδιαχειρίζεται τον πλούτο που θα παράγει και όχι τη μιζέρια της.

Επειδή γνωρίζουμε πως είστε ένας άνθρωπος που λέει τα πράγματα με το όνομα τους θα θέλαμε να μας πείτε αν τελικά στη Θράκη υπάρχει έστω και άτυπα μια συνδιοίκηση ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής;

Η Τουρκία είναι ένα πολύ σοβαρό και μεγάλο κράτος. Παρεμπιπτόντως τελευταία ευτυχεί να έχει ένα πολύ έξυπνο και στιβαρό πρωθυπουργό. Έχει σταθερή εξωτερική πολιτική που σε μια από τις πτυχές της ακουμπά την μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Ειδικότερα θέλει να της προσδώσει εθνική ταυτότητα για να την χρησιμοποιεί ως διαπραγματευτικό χαρτί στους διεθνείς οργανισμούς για τις άλλες διεκδικήσεις της. Η δράση του τουρκικού προξενείου προς αυτή την κατεύθυνση είναι γνωστή. Εγώ προσωπικά δεν τους μέμφομαι διότι οι κύριοι αυτοί κάνουν καλά την δουλειά τους αξιοποιώντας τις ψήφους της μειονότητας. Η άτυπη συνδιοίκηση αρχίζει από την στιγμή που το πολιτικό προσωπικό κυρίως το τοπικό δελεάζεται ξεχνώντας το αρχαίο ρητό «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες». Φυσικά αυτό το παιχνίδι δεν πρέπει να το πληρώσει σε καμία περίπτωση ο απλός μουσουλμάνος συμπολίτης μας που ψάχνει για δουλειά και προκοπή. Αυτόν όλοι εμείς πρέπει να τον προστατέψουμε.

Σ. Καραχότζα
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΛΜΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ WWW.TOLMI1.BLOGSPOT.COM

Για να σώσουν την Ελλάδα καταστρέφουν τους Έλληνες


Με λύσεις παυσίπονο δε σώθηκε καμιά χώρα, εμείς γιατί να σωθούμε;


Το μόνιμο σλόγκαν τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης τους τελευταίους μήνες είναι «να σώσουμε την Ελλάδα», κάτι για το οποίο ασφαλώς και δε διαφωνεί κανένας, ούτε πολιτικός ούτε πολίτης. Το ζητούμενο ωστόσο είναι ποια θα είναι η Ελλάδα που τελικά θα καταφέρουμε να σώσουμε, μια Ελλάδα όπως ήταν παλιά ή μια Ελλάδα με εξαθλιωμένους Έλληνες;
Οι μέχρι τώρα αποφάσεις πάντως δείχνουν ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τη χώρα και μια αδιαφορία για τους πολίτες της και πραγματικά απορώ πως έμπειροι πολιτικοί δεν μπορούν να καταλάβουν πως δεν είναι δυνατόν να σωθεί μια χώρα της οποίας οι πολίτες αποδυναμώνονται μέρα με τη μέρα. Μια χώρα που το επίπεδο ζωής των πολιτών της μειώνεται συνέχεια, μια χώρα στην οποία η ανεργία τείνει να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, μια χώρα η αγορά της οποίας έχει νεκρώσει, ασφαλώς και δεν πρόκειται να σωθεί.
Αν δε βρει σύντομα η κυβέρνηση τρόπο να ρίξει χρήμα στην αγορά, να δώσει εργασία στους άνεργους, να κάνει έργα που προσδίδουν κάποιες προοπτικές ανάπτυξης, όσους φόρους και αν εισπράξει, το μόνο που θα καταφέρει είναι να δίνει στο πρόβλημα λύσεις όχι οριστικές αλλά τύπου παυσίπονου.
Αυτή τη στιγμή το μόνο που καθημερινά ακούμε είναι «θυσίες, θυσίες, θυσίες», λες και τα χρήματα που έτσι κι αλλιώς ο μέσος Έλληνας πολίτης πληρώνει στο κράτος εδώ και χρόνια, φτάνουν για να δώσουν λύση στο πρόβλημα και να καλύψουν ένα χρέος που ξεπερνάει τα 380 δις ευρώ.
Από την άλλη, ακούμε διαρκώς τον πρωθυπουργό να λέει πως τη λύση θα τη βρούμε μόνοι μας, χωρίς τη βοήθεια των ευρωπαίων εταίρων μας, αλλά ακόμα δε μας έχει πει τον τρόπο με τον οποίο θα έρθει αυτή η περιβόητη λύση. Δε διαφωνώ πως το σωσίβιο πρέπει να είναι στο χώρο όπου πνίγεται κάποιος και όχι μερικά χιλιόμετρα μακριά. Για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η οικονομία μας αποκλειστικοί υπεύθυνοι είναι οι Έλληνες πολιτικοί κι αυτοί θα πρέπει να μας βγάλουν από το αδιέξοδο αυτό, όχι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι.
Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κι αυτό σίγουρα δεν είναι τα καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης. Δε λέω, καλά και ωραία είναι τα μεγάλα λόγια αλλά εδώ χρειάζονται έργα ουσίας που θα επιφέρουν θεραπεία και όχι προσωρινή ανακούφιση.
Το να μας λέει η κυβέρνηση πως εξαιτίας των λανθασμένων αποφάσεων της προηγούμενης κυβέρνησης είναι αναγκασμένη να παίρνει αποφάσεις που είναι αντίθετες από τη γενικότερη σοσιαλιστική ιδεολογία της, εμάς δε μας λέει τίποτα και με πιο απλά λόγια, το τελευταίο που μας ενδιαφέρει είναι το ποιος ή ποιοι έφταιξαν για τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας. Εκείνο που μας ενδιαφέρει όλους είναι πως για άλλη μια φορά καλούνται να πληρώσουν εκείνοι που σίγουρα δεν έφταιξαν σε τίποτα.
Το αν τελικά θα έρθει ή όχι λύση από τα άλλα κράτη τα οποία πάντως για την ώρα φαίνεται αν μας στηρίζουν έστω πολιτικά, είναι κάτι που δεν έπρεπε ούτε καν να το συζητάμε. Μπορεί στο πλαίσιο της ομαδικότητας να πρέπει να μας στηρίξουν και οι υπόλοιποι σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή μας αλλά αυτοί που πραγματικά οφείλουν να βρουν λύση είναι οι Έλληνες πολιτικοί. Δε γίνεται να έχουν οδηγήσει εκείνοι τη χώρα ένα βήμα πριν από το γκρεμό και τώρα να ζητάνε από τους υπόλοιπους να μας σώσουν, αυτό μας υποτιμά ως λαό και ως έθνος.
Επειδή όμως ο Έλληνας έχει πάντα την εύκολη απάντηση για όλα, έτσι και τώρα η κυβέρνηση τα αποδίδει όλα σε κάποιους κερδοσκόπους τους οποίους ούτε ξέρουμε ούτε και θα μάθουμε ποτέ. Πραγματικά όμως αυτοί πιθανό και να υπάρχουν αλλά ας απαλλάξουν τη χώρα πρώτα από τους κερδοσκόπους του εσωτερικού και μετά βλέπουμε και για αυτούς του εξωτερικού.
Εξάλλου και η έννοια κερδοσκόπος είναι πολύ περίπλοκη. Και ο απλός μαγαζάτορας και ο απλός περιπτεράς είναι κερδοσκόπος και όχι «ζημιοσκόπος» αφού κάνει μια δουλειά με απώτερο σκοπό το προσωπικό του κέρδος. Κερδοσκόποι όμως είναι και όλοι εκείνοι που κρύβονται πίσω από τα αμέτρητα πλέον σκάνδαλα που έκαναν διεθνώς ρεζίλι τη χώρα μας και τους οποίους όχι μόνο δε στείλαμε φυλακή, όχι μόνο δεν τους ζητήσαμε τα χρήματα πίσω αλλά ούτε καν τους αποκαλύψαμε. Πιάστε πρώτα αυτούς κύριοι της κυβέρνησης και μετά ασχοληθείτε και με τους άλλους.
Αλλά κυρίως καταλάβετε επιτέλους πως αύξηση του φόρου, απολύσεις, περικοπές και παγώματα μισθών και συντάξεων δεν πρόκειται να μας σώσουν από το κακό που έρχεται. Όσο οι πλούσιοι θα εξακολουθούν να μένουν στο απυρόβλητο όσο οι πολιτικοί θα εξακολουθούν να διορίζουν κόρες και γιούς στη βουλή όσο στη χώρα αυτή ο άνθρωπος θα αξιολογείται με βάση το όνομα και τους προγόνους του και όχι με βάση τις πραγματικές του ικανότητες, θα είμαστε η καημένη και η μίζερη εκείνη χώρα που τη λυπούνται όλοι.
Αναρωτιέμαι πραγματικά αν όλα αυτά τα μέτρα που το τελευταίο διάστημα λήφθηκαν είναι στο πλαίσιο της προσπάθειας για έξοδο από την οικονομική κρίση ή πρόκειται για ένα καλοστημένο σχέδιο προκειμένου να καταργηθούν όλα όσα ακόμα και με αίμα απέκτησαν τόσα χρόνια οι εργαζόμενοι. Δεν μπορεί οι πολιτικοί μας να είναι τόσο χαζοί ώστε να μην καταλαβαίνουν ότι τα μέτρα αυτά δε θα δώσουν καμία απολύτως λύση κι ότι αντιθέτως θα οξύνουν το πρόβλημα μας. Κάτι άλλο συμβαίνει ή για να το πω πιο σωστά κάπου αλλού αποσκοπούν όλες αυτές οι εξελίξεις.
Πάντως είτε το πρώτο ισχύει, ότι δηλαδή είναι χαζοί οι πολιτικοί μας, είτε το δεύτερο, αποσκοπούν στην πλήρη ανατροπή των εργασιακών μας κεκτημένων, εκείνος που θα υποφέρει χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό είναι και πάλι ο απλός πολίτης, εκείνος που με τόση ευκολία καλείται να πληρώσει τα λάθη άλλων.

Σ. Καραχότζα


Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Ο άνθρωπος που έκανε το πρώτο βήμα πριν από 45 χρόνια


Στο τεύχος μας αυτό έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε έναν άνθρωπο που ίσως να μην είναι γνωστός σε όλους αλλά έχει μια ξεχωριστή σημασία για την περιοχή μας και ειδικότερα για τα χωριά της ορεινής Ξάνθης. Πρόκειται για τον συνταξιούχο πλέον δάσκαλο Πέτρο Θεοχαρίδη που το 1964 έφτασε στα μέρη μας ως νεοδιορισμένος τότε εκπαιδευτικός και μάλιστα σε ένα μειονοτικό σχολείο. Μέσα σε αν μόλις χρόνο ο κύριος Θεοχαρίδης ξεκίνησε την καταγραφή της άγνωστης μέχρι τότε για εκείνον πομάκικης γλώσσας. Όλα αυτά τα χρόνια συνάντησε δυσκολίες αλλά και ευχάριστες στιγμές, τις οποίες μας εξηγεί παρακάτω ενώ μας μιλάει επίσης και για την προσπάθεια του να εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο που έχει άμεση σχέση με τους τότε σπουδαστές του στο ιεροσπουδαστήριο του Εχίνου.


Κύριε Θεοχαρίδη, είστε ένας από τους πρώτους ανθρώπους που αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την καταγραφή και μελέτη της πομάκικης γλώσσας. Θέλω να μας πείτε πότε ακριβώς ξεκίνησε η προσπάθειά σας αυτή και τι ήταν εκείνο που σας έκανε να το αποφασίσετε;


Στις 3 Ιανουαρίου 1964, νεοδιορισμένος δάσκαλος, έφτασα στην Ξάνθη. Στο γραφείο του επιθεωρητή μουσουλμανικών σχολείων μου είπαν: «Τοποθετείσαι στο μουσουλμανικό δημοτικό σχολείο Σπανοτόπου». Απόρησα. Δεν είχα ξανακούσει για Μουσουλμάνους. Μου είπαν: «Στη Θράκη ζουν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Οι Μουσουλμάνοι είναι Τούρκοι, Πομάκοι και Τσιγγάνοι. Σ’ ένα από τα σχολεία τους θα εργαστείς».
Χότζας και διευθυντής του σχολείου Σπανοτόπου ήταν ένας Πομάκος από τις Θέρμες. Ήταν παντρεμένος με Τουρκάλα του χωριού. Και ήταν ευγενικός, ομιλητικός, καλόκαρδος. Καλή του ώρα, όπου κι αν βρίσκεται. Μαζί μου μιλούσε ελληνικά. Με τους μαθητές μας και με τους Τούρκους του χωριού μιλούσε τουρκικά. Καλοπροαίρετα με ενημέρωνε και έλυνε απορίες μου. Και είχα πολλές απορίες… Συνυπηρετήσαμε έξι μήνες.
Από την πρώτη του Σεπτέμβρη 1964 είχα οργανική θέση στο μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο Εχίνου. Νεοπαντρεμένος, με τη γυναίκα μου και με την προίκα της πάνω σε φορτηγό, «πήραμε τα βουνά» της Ξάνθης. Ο δρόμος ήταν στενός, ασφαλτοστρωμένος στο μεγαλύτερο μέρος του, ανηφορικός και με άπειρες στροφές. Ανηφόριζε σαν φίδι. Όλο ανηφόριζε. Βουνά ατέλειωτα, χαράδρες, αλλά πανέμορφο, καταπράσινο, μαγευτικό το δασικό περιβάλλον γύρω μας.
Οι άνθρωποι που βλέπαμε στο δρόμο και στο χωριό Σμίνθη, με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους – οι άνδρες και τα αγόρια με τα σκουφάκια τους (κάποιοι με σαρίκια), οι γυναίκες και τα κορίτσια με τις θαυμαστές τοπικές υφαντές φορεσιές τους – μας χαιρετούσαν κουνώντας τα χέρια ή τα μαντήλια τους, ευγενικά, φιλικά, φιλόξενα. Απ’ αυτή την αγνή, την καθαρή και γεμάτη αγάπη ματιά και συμπεριφορά, ένιωσα ανακούφιση και συμπάθεια και η σφιγμένη καρδιά μου χαλάρωσε, πήρα θάρρος, παρηγορήθηκα.
Τόσο στον Εχίνο, όσο και σε κάθε πομακικό χωριό που επισκέφτηκα, τέτοια ευγένεια, καλοσύνη, φιλοξενία, ανθρωπιά και καλή διάθεση γνώρισα από τους ανθρώπους αυτούς, που λέγονται Πομάκοι.
Εκεί όλοι μιλούσαν πομακικά. Στα σπίτια τους, στο καφενείο, στο δρόμο, στο χωράφι, στην Ξάνθη παντού μιλούσαν πομακικά. Οι Σπουδαστές μας, επίσης, μεταξύ τους μιλούσαν πομακικά. Μόνο με τους Χοτζάδες τους μιλούσαν τουρκικά. Και ήταν επόμενο αφού αυτοί ήταν οι δάσκαλοί τους της τουρκικής γλώσσας.
Διαπίστωνα ότι η πομακική γλώσσα, η μητρική γλώσσα των Πομάκων, δεν ήταν τουρκική, δεν ήταν ελληνική, δεν ήταν και βουλγαρική, αν και έμοιαζε αρκετά. Ως μητρική όμως γλώσσα στα σχολεία τους διδασκόταν η τουρκική γλώσσα! Αυτό με παραξένευε, με στενοχωρούσε, με πονούσε. Λυπόμουν τα παιδιά.


Ποια ήταν την εποχή εκείνη η αντίδραση των Μουσουλμάνων της περιοχής αναφορικά με την προσπάθειά σας αυτή να καταγράψετε τη γλώσσα τους; Ήταν θετικοί ή αρνητικοί απέναντι σας;


Από την ημέρα που έφτασα στην Ξάνθη και κυρίως από την ημέρα που εγκαταστάθηκα στον Εχίνο, αισθάνθηκα την ανάγκη, αλλά και την υποχρέωση να ενημερωθώ και να γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς, αφού σε πομακικό μουσουλμανικό σχολείο υπηρετούσα.
Σε όλη τη διάρκεια της εφτάχρονης προσπάθειάς μου να συγκεντρώσω υλικό για τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό των Πομάκων, δεν αντιμετώπισα καμιά δυσκολία, ούτε αντιρρήσεις, από κανέναν. Αντίθετα όλοι (Ιμάμηδες, Χοτζάδες, σπουδαστές μας, χωρικοί) μου στάθηκαν θετικά και με βοήθησαν όσο χρειαζόμουν και με κάθε τρόπο. Με προσκαλούσαν στα χωριά τους (για να παρακολουθήσω εκδηλώσεις και γιορτές), στα σπίτια τους, (για να γνωρίσω τη σπιτική ζωή), στους γάμους, στις σχολικές γιορτές και γενικά μου συμπαραστάθηκαν με ευχαρίστηση.
Στο σπίτι μου, που βρισκόταν δίπλα στο ιεροσπουδαστήριο, καθημερινά σχεδόν φιλοξενούσα σπουδαστές μου (ηλικίας 13 - 35 χρόνων), που μου έφερναν λέξεις, φράσεις, παραμύθια, τραγούδια, αινίγματα, ονομασίες και ό,τι άλλο χρειαζόμουν. Μου μετέφραζαν λέξεις, φράσεις, κείμενα και μου έδιναν εξηγήσεις και απαντήσεις σε άπειρα ερωτήματά μου. Καμιά αντίρρηση, καμιά διαφωνία, κανένα εμπόδιο. Αντίθετα με βοηθούσαν και μου συμπαραστέκονταν. Τους ευχαριστώ θερμά όλους. Μόνο μια εξαίρεση, ο Χότζας Αγκά Μαχμέτ (Μουφτήογλου) σε κάποια στιγμή μου είπε: «Εμείς δε θέλουμε ν’ ακούμε ούτε τη λέξη Πομάκος, εσύ γράφεις βιβλίο για τους Πομάκους».

Φαντάζομαι ότι μετά τη συλλογή του απαραίτητου υλικού, θέλατε να εκδώσετε κάποιο λεξικό με τη συγκεκριμένη γλώσσα, κάτι που άλλωστε έγινε πραγματικότητα. Δυσκολευτήκατε να βρείτε τους ανθρώπους εκείνους που θα κάνουν πράξη την επιθυμία σας αυτή;


Ξεκίνησα αυτό το έργο από προσωπική ανάγκη. Ήθελα να ενημερωθώ και να γνωρίσω τους ανθρώπους αυτούς, που συμπάθησα από την πρώτη επαφή μαζί τους. Ήθελα επίσης να προσφέρω στον τόπο και να παρουσιάσω εξωσχολική δράση, χρήσιμο στοιχείο για την υπηρεσιακή μου εξέλιξη. Ένιωθα, βέβαια, την ανάγκη να δημιουργήσω ένα βοήθημα, που διαβάζοντάς το να ενημερώνονται όσοι υπηρετούν (δάσκαλοι, αστυνομικοί, γραμματείς και άλλοι) ή έχουν εμπορικές και άλλες σχέσεις με τους Μουσουλμάνους της ορεινής Θράκης. Και αυτό για να επιτελούν το έργο τους σωστά και χωρίς ανόητα λάθη. Όμως δεν πίστευα πως θα τα καταφέρω.
Η επιθυμία μου να επιδιώξω εκτύπωση της εργασίας μου δημιουργήθηκε, όταν η Ακαδημία Αθηνών με επαίνεσε με πρώτο έπαινο. Επαινετικά λόγια μου είχαν πει προφορικά και όσοι είδαν το έργο μου. Αυτοί όμως, που είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν για την έκδοση του έργου μου δεν έκαναν το καθήκον τους. Αντίθετα επιδίωξαν να το οικειοποιηθούν!!!
Επί τέλους, 25 χρόνια μετά και αφού εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο μου: «ΠΟΜΑΚΟΙ, οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης…» από τα ΠΑΚΕΘΡΑ (1995), με χορηγία του Πρόδρομου Εμφιετζόγλου, τυπώθηκαν και τα λεξικά (ΠΟΜΑΚΟ - ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΕΛΛΗΝΟ - ΠΟΜΑΚΙΚΟ) και η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ της πομακικής γλώσσας…(1996) Έτσι ικανοποιήθηκε η επιθυμία μου, η πομακική γλώσσα από «μη γραφόμενη» να γίνει γραφόμενη.


Η επίσημη ελληνική πολιτεία σας πλησίασε καθόλου με σκοπό να συμβάλει στην καταγραφή αυτή; Τόσα χρόνια μετά, κύριε Θεοχαρίδη, υπάρχει η αναγνώριση της προσπάθειάς σας τόσο από την πολιτεία όσο και από τον απλό κόσμο;


Όχι, καθόλου. Η επίσημη ελληνική πολιτεία δεν έκανε τίποτε. Τήρησε πιστά τα πρωτόκολλα, που υπέγραψαν Τουρκία και Ελλάδα, ερήμην των Πομάκων, το 1951 και το 1968. Με βάση τα πρωτόκολλα αυτά, εκτός των άλλων, η τουρκική γλώσσα διδάσκεται στα Πομακόπουλα, από την πρώτη τάξη, ως μητρική τους γλώσσα!
Νιώθω ικανοποίηση από το γεγονός ότι πολλοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες, καθηγητές και άλλοι ερευνητές ακολούθησαν την προτροπή μου και γράψανε και γράφουν επιστημονικές εργασίες με θέματα που έχουν σχέση με τους Πομάκους. Πιο πολύ με χαροποιεί το γεγονός ότι επί τέλους, Πομάκοι πια γράφουν για τους Πομάκους. Αυτό είναι θαυμάσιο.


Από την εμπειρία σας πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, πιστεύετε πως αν υπήρχε η καλή διάθεση, η γλώσσα των Πομάκων θα μπορούσε να είχε καταγραφεί στο σύνολό της με αποτέλεσμα να μπορεί ακόμα και να διδαχθεί στα μειονοτικά σχολεία;


Μα βέβαια. Αφού μιλιέται. Αφού μ’ αυτήν μεγάλωσαν και έζησαν οι Πομάκοι πολλούς αιώνες. Κάθε γλώσσα μπορεί να έχει αλφάβητο, να γράφεται, να διαβάζεται και να διδάσκεται. Αρκεί να το θελήσουν οι ίδιοι. Εδώ, θέλω να σημειώσω και το εξής: Και οι Πομάκοι, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε λαός, έχουν το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.


Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι προσπαθείτε να εκδώστε ένα ακόμα βιβλίο το οποίο έχει άμεση σχέση με τους τότε σπουδαστές σας. Τι ακριβώς θα είναι αυτό το βιβλίο και σε ποιο στάδιο βρίσκεται τώρα;


Πρόκειται για τις εντυπώσεις μιας μεγάλης και καθόλα επιτυχημένης εκδρομής που πραγματοποιήσαμε από τις 20 μέχρι τις 29 Ιουνίου 1965, ο Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ και εγώ με τους σπουδαστές μας των μεγαλύτερων τάξεων του μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου (Ξάνθης).
Ήταν μια πλούσια 10ήμερη ψυχαγωγική και μορφωτική εκδρομή. Μας την πρόσφεραν το υπουργείο Εσωτερικών και το Βασιλικό Εθνικό Ίδρυμα.
Επί δέκα ολόκληρες μέρες ζήσαμε σαν σε παράδεισο. Ψυχαγωγηθήκαμε και μορφωθήκαμε. Απολαύσαμε την όμορφη ελληνική φύση. Γνωρίσαμε θαυμαστά πράγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Είδαμε ιστορικούς τόπους και αρχαία μνημεία και διαπιστώσαμε τη σύγχρονη πρόοδο της πατρίδας μας. Επισκεφτήκαμε την Καβάλα, τη Θεσσαλονίκη, την Πέλλα, το Βόλο, την Αθήνα, το Σούνιο, τον Πειραιά, το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, τη Λαμία, τη Λάρισα, την Κατερίνη. Είδαμε λιμάνια, εργοστάσια, αεροδρόμια, τεράστια τεχνικά έργα. Διανύσαμε τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα σε απέραντες πεδιάδες. Γνωρίσαμε την ωραία ελληνική ζωή και θαυμάσαμε την όμορφη πατρίδα μας. Έτσι, η εκδρομή μας, που οργανώθηκε τέλεια κι εφαρμόστηκε πιστά το θαυμάσιο πρόγραμμά της, είχε σε μας πραγματικά ευεργετική ψυχαγωγική και μορφωτική επίδραση.
Το βιβλίο αυτό, με τις εντυπώσεις της εκδρομής μας, το γράψαμε, ο Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ, οι σπουδαστές μας και εγώ, αμέσως μετά την επιστροφή μας από την εκδρομή. Επιθυμία όλων μας ήταν να το τυπώσουμε για να το έχουμε «ζωντανό» ενθύμιο της εκδρομής μας σε όλη μας τη ζωή. Δεν το καταφέραμε όμως για λόγους οικονομικούς. Και πέρασαν από τότε 45 χρόνια! Στο μεταξύ ο συνάδελφος Χότζας Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ συγχωρέθηκε και οι σπουδαστές μας έγιναν παππούδες, ηλικιωμένοι 60 ετών και παραπάνω.
Εγώ, ζωντανός ακόμα, δεν ξέχασα τους σπουδαστές μου. Ούτε λησμόνησα την επιθυμία τους να έχουν φωτογραφίες της εκδρομής, να έχουν και τις θαυμάσιες εντυπώσεις μας από αυτήν γραπτές. Και να τώρα, «κάλλιο αργά παρά ποτέ», πραγματοποιείται η επιθυμία τους. Απαιτήθηκαν γι αυτό ισχυρή θέληση, υπομονή, επιμονή, πολύς χρόνος και ο υπολογιστής μου με όλα τα σχετικά ηλεκτρονικά μηχανήματα. Έτσι, με έξοδα που άντεξε η σύνταξή μου και δουλειά εξοντωτική για την ηλικία μου (όμως ευχάριστη), έφτασα σ’ αυτό το έξοχο, πιστεύω, αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα – δημιούργημα καλής διάθεσης, ξεχωριστής προσφοράς και μεγάλης αγάπης δασκάλου προς τους μαθητές του. Χαίρομαι που το κατάφερα. Αριθμεί 360 σελίδες μεγάλου μεγέθους (Α4). Περιέχει 18 φωτογραφίες μας σε αξιοθέατα και μεγάλο αριθμό φωτογραφιών των αξιοθέατων που επισκεφθήκαμε. Είναι έτοιμο για εκτύπωση. Έχει τον τίτλο: «ΕΛΛΑΔΑ, ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ», που πιστώνεται στο Χότζα Χουσεΐν Χατζή Αχμέτ.
Πιστεύω πως το βιβλίο αυτό θα φέρει στη μνήμη των σπουδαστών μου μεγάλες συγκινήσεις, πολλή χαρά και «γλυκές» αναμνήσεις. Θα δίνει χαρά και ικανοποίηση στις οικογένειές τους, αλλά και στους συγχωριανούς τους. Θεωρώ, τέλος, ότι αυτό το βιβλίο θα αποτελεί χρήσιμο ενημερωτικό βοήθημα (τουριστικό οδηγό) σε κάθε αναγνώστη, όταν αυτός θα ταξιδεύει στον άξονα Εχίνος – Ξάνθη – Θεσσαλονίκη – Πέλλα – Βόλος – Αθήνα – Ναύπλιο –Επίδαυρος. Εύχομαι, ολόψυχα, το επιθυμητό αυτό βιβλίο να φτάσει έγκαιρα και να φέρει χαρά και ικανοποίηση σε όλους.


Ποιες είναι γενικότερα οι εντυπώσεις σας τόσο από την ορεινή περιοχή στην οποία ήσασταν για χρόνια δάσκαλος όσο και από τους ανθρώπους της;


Θαυμάσιες, υπέροχες. Η Ροδόπη και ιδιαίτερα η ορεινή περιοχή του νομού Ξάνθης είναι σωστός παράδεισος. Και οι άνθρωποί της καλόκαρδοι, φιλήσυχοι, ευγενικοί, εργατικοί, τίμιοι και πολύ θρήσκοι.


Εξακολουθείτε να έχετε επαφή με ανθρώπους που γνωρίσατε την εποχή εκείνη;


Ναι, με λίγους. Δυστυχώς, η ζωή μας απομάκρυνε, μας αποξένωσε. Πολλοί, όπως οι συνάδελφοί μου, του μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου Εχίνου, έχουν πεθάνει. Αιωνία τους η μνήμη.


Ως εκπαιδευτικός πιστεύετε πως για τα παιδιά της ορεινής Ξάνθης θα ήταν καλύτερο να διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα και όχι την τουρκική;


Οι Πομάκοι, όπως όλοι οι άνθρωποι, αγαπούν τον τόπο τους, τη θρησκεία τους, τη γλώσσα τους, την ενδυμασία τους… Αγαπούν τον εαυτό τους. Είναι λοιπόν αψυχολόγητο, αντιπαιδαγωγικό και σκληρό, για γονείς και παιδιά, να μη γνωρίζουν τον κόσμο και τον εαυτό τους μέσα από τη μητρική τους γλώσσα, τη γλώσσα των προγόνων τους. Επαναλαμβάνω: Και οι Πομάκοι, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε λαός, έχουν το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.


Σ. Καραχότζα

«Δυστυχώς επτωχεύσαμεν»


Μια φράση ιστορική και χωρίς ιδιαίτερη σημασία για τους νεότερους μέχρι πρόσφατα, την οποία όμως σύντομα θα ακούσουμε και μάλιστα από το πιο επίσημο στόμα αυτής της χώρας, του πρωθυπουργού. Όχι ότι τώρα η κατάσταση είναι καλύτερη, η Ελλάδα έχει πτωχεύσει εδώ και πολύ καιρό απλά δε μας το λένε και προσπαθούν με διάφορα τεχνάσματα να μας πείσουν ότι υπάρχει σωτηρία.
Μας λένε πως με τα μέτρα που λαμβάνουν θα καταφέρουν να βγάλουν τη χώρα από το οικονομικό αυτό αδιέξοδο και ότι σύντομα θα έρθουν καλύτερες μέρες. Μόνο που τα διάφορα εισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα, ορισμένα εξ αυτών φέρνουν προσωρινά αποτελέσματα, χρήματα δηλαδή που επαρκούν μόνο για την κάλυψη των αναγκών μερικών μηνών και τα υπόλοιπα θα αρχίσουν να αποδίδουν σε δύο, τρία ή και τέσσερα χρόνια, τότε δηλαδή που θα είναι ήδη αργά.
Ακόμα όμως κι εκείνα που άρχισαν να φέρνουν άμεσα χρήματα στα κρατικά ταμεία, είναι ουσιαστικά δώρο άδωρο, αφού όσα εκατομμύρια κι αν μας αποφέρουν θα πρέπει να τα δώσουμε στους τόκους των δανείων που αναγκαστικά παίρνουμε. Άρα δεν υπάρχει σωτηρία κι αυτό γιατί δυστυχώς στη χώρα αυτή, οι κυβερνώντες της ποτέ δεν κατάλαβαν πως όσα και αν δώσει ο φτωχός πολίτης δεν είναι αρκετά για να στηρίξουν μια ολόκληρη χώρα κι ότι πρέπει να δώσουν αυτοί που πραγματικά έχουν.
Εύλογα λοιπόν θα αναρωτηθεί κανείς «μα γιατί τότε όλα αυτά τα μέτρα, αφού δεν πρόκειται να σώσουν τη χώρα;» Έχουν το νόημά τους κι αυτά, μπορεί να μη χρησιμεύσουν για το σκοπό που μας λένε ότι πάρθηκαν αλλά θα εξυπηρετήσουν κάποια άλλα συμφέρονται, αυτά της οριστικής κατάργησης των εργασιακών μας δικαιωμάτων, της μόνιμης εκμετάλλευσης των εργατικών χεριών. Κανείς μας υποθέτω δεν έχει πεισθεί πως πρόκειται για μέτρα προσωρινά που θα διαρκέσουν για μια τριετία και αμέσως μετά όλα θα ξαναγίνουν όπως ήταν μέχρι τώρα.
Ό,τι αποφασίζεται στη χώρα αυτή προς εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, δεν καταργείται τόσο εύκολα. Χάθηκαν οριστικά όλα όσα κερδήθηκαν ακόμα και με αίμα από τους εργαζόμενους. Σε λίγο θα δουλεύουμε για ένα κομμάτι ψωμί και θα είμαστε αναγκασμένοι να λέμε και ευχαριστώ που θα έχουμε έστω και μια τέτοια δουλειά.
Το αξιοθαύμαστο όμως στην κυβέρνηση αυτή είναι ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να μας περάσει όλα αυτά και εμείς να εξακολουθούμε να τη στηρίζουμε. Δεν ήρθε να μας πει μια και έξω ότι θα πάρει σκληρά μέτρα γιατί είναι αναγκαίο να γίνει αυτό. Αντιθέτως, προεκλογικά μας έλεγε ότι θα βρει τα χρήματα κι ότι θα δώσει ακόμα και αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις. Στην πορεία, και αφού ανέλαβε την εξουσία, άρχισε να μας παρουσιάζει τα πρώτα σύννεφα και να μας πείθει ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα.
Κάπου εκεί πήρε τα πρώτα σκληρά μέτρα αλλά εξακολουθούσε να μας λέει πως δε θα πειράξει τον 14ο μισθό και δε θα αυξήσει το φόρο προστιθέμενης αξίας, ενώ για αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης δε γινόταν ούτε λόγος. Ξαφνικά τα είδαμε όλα αυτά να γίνονται σε χρόνο ρεκόρ και μάλιστα με την προειδοποίηση ότι θα έρθουν κι άλλα. Το αποκορύφωμα φυσικά ήταν η δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου ότι δεν αποκλείεται να χτυπήσουμε την πόρτα του διεθνούς νομισματικού ταμείου.
Όταν όμως ο ίδιος ο πρωθυπουργός λέει ότι μπορεί να οδηγηθούμε σε αυτή τη λύση ανάγκης, τότε μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο πως θα γίνει αυτό, απλά είναι θέμα μερικών ημερών. Και καλά να χρωστάει κανείς 50.000 και να βρεθεί κάποιος που θα του δώσει έστω και με μεγάλο επιτόκιο, τις 15.000 ευρώ, θα είναι σίγουρα μια ανάσα. Όταν όμως χρωστάς για παράδειγμα ένα εκατομμύριο ευρώ και σου δώσει κάποιος μόνο τις 15.000 ευρώ, τότε δεν έχει κανένα νόημα η βοήθεια του αυτή.
Το μόνο που θα αποκομίσει η χώρα μας από το διεθνές νομισματικό ταμείο είναι ένα αφεντικό που θα αποφασίζει για εμάς και τότε θα δούμε μισθούς των 1.300 ευρώ να κατεβαίνουν στα 700 ευρώ, τους μισούς Έλληνες να είναι άνεργοι, συνταξιοδότηση στα 70 και χρόνια, 12ωρες εργασίες για ένα κομμάτι ψωμί και άλλα τέτοια τραγικά. Το θέμα είναι πως δε θα μπορούμε ως χώρα να πούμε όχι σε τίποτα, θα είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε αμέσως όλα όσα μας υποδεικνύουν.
Ακόμα λοιπόν κι αν δεν ειπωθεί ξανά η φράση «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» θα έχουμε το διεθνές νομισματικό ταμείο, που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Στην ουσία δηλαδή θα έχουμε δηλώσει πτώχευση. Το μόνο που για την ώρα καταφέρνει η κυβέρνηση αυτή είναι να δίνει αναβολή στην πτώχευσή μας και φυσικά να καταστρατηγεί τα εργασιακά μας δικαιώματα.
Φταίει όμως η κυβέρνηση αυτή για το μαύρο χάλι της χώρας μας; Πιθανότατα όχι. Μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια κυβέρνηση μόλις πέντε μηνών και για το μόνο που ίσως φταίει είναι που ενώ προεκλογικά γνώριζε τι ακριβώς θα παραλάβει, προκειμένου να πάρει την εξουσία, μας γέμισε με ψεύτικες για άλλη μια φορά υποσχέσεις. Σαν κόμμα όμως το ΠΑΣΟΚ έχει τεράστιες ευθύνες για τη σημερινή μας κατάντια, εξάλλου κυβέρνησε για πάνω από 20 χρόνια τη χωρά.
Ευθύνες όμως και μάλιστα τεράστιες έχει και η προηγούμενη κυβέρνηση η οποία από το 2007 γνώριζε για την επερχόμενη κρίση στην οικονομία της χώρας μας αλλά το μόνο που έκανε ήταν να κλείνει τη βουλή για να καλύψει εκείνους που, όπως φαίνεται, εμπλέκονται στην υπόθεση της μονής Βατοπεδίου. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που ο Κώστας Καραμανλής στην ουσία παρέδωσε χωρίς μάχη την εξουσία, ήξερε τι έρχεται και φυσικά δεν ήθελε να είναι εκείνος ο πρωθυπουργός στα χέρια του οποίου η χώρα θα δηλώσει πτώχευση.
Το γεγονός όμως ότι δεν είναι πλέον πρωθυπουργός δεν τον απαλλάσσει καθόλου από τις ευθύνες του. Ο κόσμος δεν ξεχνάει και ο πρώην πρωθυπουργός μας θα περάσει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή. Τώρα πλέον η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη, η πτώχευση όχι έρχεται αλλά έχει ήδη έρθει εδώ και πολλούς μήνες, το μόνο που απομένει είναι και η επίσημη ανακοίνωσή της την οποία φυσικά δε θα αργήσουμε να ακούσουμε. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον πως όταν μεγαλώσουν τα παιδιά μας, η κατάσταση της χώρας θα έχει αλλάξει και ότι οι θυσίες που τώρα θέλοντας και μη θα κάνουμε εμείς, θα εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας, να μπορούμε τουλάχιστον να λέμε ότι άξιζε τον κόπο.


Σ. Καραχότζα

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Ζούμε μια δημοκρατική δικτατορία


Σε άλλες εποχές θα έμοιαζε με αστείο, τώρα όμως είναι μα θλιβερή πραγματικότητα. Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα πιο δεξιά κι από εκείνα των δεξιών κυβερνήσεων και οι απλοί πολίτες, κοντά στους οποίους υποτίθεται ότι πρέπει να είναι ένα σοσιαλιστικό κίνημα, καλούνται να καλύψουν ένα κενό για το οποίο δεν ευθύνονται οι ίδιοι.


Δεξιά μέτρα από σοσιαλιστική κυβέρνηση



Οι αντιδράσεις, οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες του τελευταίου διαστήματος μετά και τη λήψη των ομολογουμένως σκληρών για τα ελληνικά δεδομένα μέτρων από την κυβέρνηση, είναι πιθανότατα απλά η αρχή μιας νέας εποχής γεμάτης αναταραχές και κοινωνικές εκρήξεις. Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται από τις καθημερινές αντιδράσεις του κόσμου, των απλών πολιτών οι οποίοι καλούνται τόσο απλά να βάλουν πλάτη προκειμένου να ξεπεράσει η χώρα μια κρίση για την οποία δεν ευθύνονται εκείνοι.
Μπορεί βέβαια αρχικά να υπήρχαν οι διαβεβαιώσεις των κυβερνητικών στελεχών ότι τα μέτρα αυτά των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις αφορούν μόνο στον δημόσιο τομέα, ωστόσο από την επομένη κιόλας της λήψης τους, άρχισε η κουβέντα για την σταδιακή εφαρμογή τους και στον ιδιωτικό. Ακόμα όμως κι αν κάτι τέτοιο δε γίνει, ακόμα δηλαδή κι αν τα μέτρα αυτά πλήξουν μόνο τους δημόσιους υπαλλήλους, υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα το οποίο κάποτε πρέπει να απαντηθούν από τους κυβερνόντες.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αυτοί που δημιούργησαν τη σημερινή κατάσταση στην πατρίδα μας; Μόνοι τους μπήκαν στις θέσεις που σήμερα κατέχουν στο δημόσιο; Είναι ψέματα ότι οι περισσότεροι από αυτούς διορίστηκαν ως τα παιδιά κάποιας πολιτικής παράταξης; Τα επιδόματα που λαμβάνουν μαζί με το μισθό τους, μόνοι τα έδωσαν στον εαυτό τους; Τις κατά καιρούς αυξήσεις στις αποδοχές τους, μόνοι τους τις αποφάσισαν; Όχι βέβαια, όλα αυτά η ίδια η πολιτεία τους τα έδωσε και τώρα έρχεται αν τους τα πάρει όλα πίσω.
Άντε και να δεχτούν οι άνθρωποι αυτοί τις περικοπές που τους επιβάλει η κυβέρνηση, τη μείωση των αποδοχών τους, πιστεύει άραγε κανείς πως με τον τρόπο αυτό θα καλυφθεί το χρέος των 380 δις ευρώ; Όχι δε θα καλυφθεί αλλά ακόμα κι αν μπορεί να γίνει αυτό γιατί πρέπει να το κάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι και γενικότερα ο απλός λαός; Όταν κάποιοι έτρωγαν δημόσιο χρήμα και αποκτούσαν εις βάρος του Έλληνα εργαζόμενου βίλες, κότερα και λιμουζίνες, μας ζήτησαν να βάλουμε πλάτη για να τα αποκτήσουν όλα αυτά; Γιατί τώρα θα πρέπει εμείς οι απλοί πολίτες να καλύψουμε ένα κενό το οποίο δημιούργησαν κάποιοι άλλοι;
Δε λέω ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων που πραγματικά έπαιρναν μισθούς που η απόδοση τους αλλά και η φύση της εργασίας τους δε δικαιολογούσε. Εκεί ορθώς παρεμβαίνει η πολιτεία γιατί είναι άδικο άνθρωποι που προσφέρουν λίγα να παίρνουν πολλά και το αντίστροφο. Πόσες όμως να είναι αυτές οι περιπτώσεις και γιατί τα όποια μέτρα λαμβάνονται δεν αφορούν μόνο εκείνες αλλά πλήττουν όλους τους δημόσιους υπαλλήλους;
Εδώ λοιπόν συμβαίνει κάτι που πραγματικά δε ξέρω αν πρέπει να μας τρομάζει ή μας προκαλεί γέλιο. Για πρώτη φορά στην ιστορία μας ως χώρα, βλέπουμε να λαμβάνονται δεξιά μέτρα από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση και την ίδια μάλιστα στιγμή βλέπουμε μια δεξιά αξιωματική αντιπολίτευση να καταθέτει σοσιαλιστικές προτάσεις. Μα αν ο λαός ήθελε μια κυβέρνηση με δεξιές αντιλήψεις και μέτρα, την είχε και θα μπορούσε να την κρατήσει. Ο κόσμος όμως ήθελε μια κυβέρνηση σοσιαλιστική η οποία θα ήταν δίπλα στον πολίτη και ενάντια σε εκείνους που εις βάρος του πλουτίζουν και μάλιστα χωρίς να πληρώνουν όλα όσα καλείται να πληρώνει ο μισθωτός των 700 ευρώ.
Πως λοιπόν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση αφήνει ατιμώρητους όλους εκείνους που προφανώς καταχράστηκαν δημόσιο χρήμα και ζητά από τον απλό και αδύναμο πολίτη να πληρώσει το κενό που έχει δημιουργηθεί; Γιατί κανένας από την κυβέρνηση δε στρέφεται προς εκείνους που έχουν το χρήμα αλλά όλοι αναζητούν την εύκολη λύση που είναι ο απλός λαός; Τι πρωτότυπος σοσιαλισμός είναι αυτός;
Τόσα χρόνια ακούμε στα σχολικά θρανία να μας μιλάνε για την πλούσια ιστορία μας, για τα σπουδαία πράγματα που έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες, για τα απίστευτα κατορθώματα του ελληνισμού. Η ιστορία ενός έθνους όμως είναι καλή και χρήσιμη μόνο όταν παραδειγματιζόμαστε από αυτήν και όχι όταν την χρησιμοποιούμε απλά για να υπερηφανευόμαστε για όλα εκείνα που έκαναν οι πρόγονοι μας αλλά εμείς ούτε μπορούμε ούτε θέλουμε να κάνουμε.
Όλοι λοιπόν εκείνοι οι πολιτικοί που σε κάθε πέντε κουβέντες τους η μία είναι η ΙΣΤΟΡΙΑ μας, θα πρέπει να γνωρίζουν πως ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν νόμοι που προέβλεπαν για τους καταχραστές του δημοσίου χρήματος, όχι μόνο να επιστρέφουν τα καταχρασθέντα αλλά και να δουλεύουν αφιλόκερδος για κάποια χρόνια ως τιμωρία για ότι έκαναν. Και μη ξεχνάμε επίσης ότι στην αρχαία Αθήνα υπήρχε ο εξοστρακισμός για όποιον στρεφόταν κατά της πολιτείας και του πολιτεύματος. Δε λέω, μπορεί και στην εποχή μας να υπάρχουν ανάλογοι νόμοι αλλά η διαφορά μας με την αρχαία Ελλάδα είναι ότι τότε οι νόμοι υπήρχαν για να εφαρμόζονται και όχι για να λένε απλά ότι έχουμε νόμους.
Ας μιμηθούμε λοιπόν έστω και ελάχιστα τους ανθρώπους της αρχαίας Ελλάδας και ας εφαρμόσουμε τους νόμους μας, είναι πάγια απαίτηση όλων πλέον, να βρεθούν οι ένοχοι και να πάνε φυλακή. Δε γίνεται να περνάει τη νύχτα του στα κρατητήρια ο πατέρας εκείνος που επειδή είναι άνεργος και δεν έχει λεφτά θα κλέψει ένα κουτί γάλα για το παιδί του και να μένουν ατιμώρητοι εκείνοι που έκλεψαν εκατομμύρια. Αυτό ονομάζεται «η δικτατορία της δημοκρατίας». Και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η επιστροφή των κλεμμένων θα σώσει τη χώρα. Θα έχει όμως θεμελιώσει ένα αίσθημα δικαίου το οποίου δυστυχώς σήμερα έχει καταρρακωθεί.
Πρόβλημα όμως στη χώρα αυτή δεν είναι μόνο η ατιμωρησία εκείνων που την έφεραν στο χείλος του γκρεμού. Πρόβλημα είναι και η ολοένα αυξανόμενη ανεργία λόγω της αδυναμίας πλέον των επιχειρήσεων να κρατήσουν το προσωπικό τους καθώς, και οι μισθοί των 700 ευρώ στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι θα εξακολουθούν να υπάρχουν όσο δε λαμβάνονται από τη πολιτεία τα απαραίτητα μέτρα.
Ο καθένας από εμάς αναρωτιέται συχνά πως γίνεται να ήμαστε ευρωπαίοι στην τιμή των καυσίμων, στην τιμή των προϊόντων πρώτης ανάγκης και να παραμένουμε Έλληνες στους μισθούς και στις συντάξεις. Κι όμως γίνεται κι αυτό γιατί πολύ απλά, στην Γερμανία για παράδειγμα η πολιτεία παρέχει στις επιχειρήσεις όλα όσα πρέπει αλλά και οι επιχειρήσεις από τη μεριά τους δε αποσκοπούν στο εύκολο χρήμα. Αντιθέτως όλα όσα τους προσφέρει το κράτος, υποχρεώνονται να τα αξιοποιήσουν προς όφελος τόσο της επιχείρησης όσο και των εργαζομένων.
Να γιατί ο εργαζόμενος στη Γερμανία παίρνει μισθό 1500 ευρώ. Γιατί το κράτος εκεί είναι εντάξει απέναντι στις επιχειρήσεις κι αυτές φυσικά είναι εντάξει απέναντι στους εργαζόμενους. Στη χώρα μας τι συμβαίνει; Επιδοτήσεις εργαζομένων ή εργοδοτών δίνονται με καθυστέρηση μερικών ετών, ευνοούνται επιλεγμένες επιχειρήσεις από προγράμματα ή κρατικά χρήματα, δε λειτουργούν σχεδόν ποτέ οι κρατικοί μηχανισμοί οι οποίοι θα μπορούσαν να εντοπίσουν τους εργοδότες που αισχροκερδούν εις βάρος του προσωπικού τους και γενικότερα οι πελατειακές σχέσεις ανάμεσα σε πολιτικούς και επιχειρηματίες έχουν σπάσει κάθε ρεκόρ. Έτσι θέλουμε να πάμε μπροστά ως χώρα;

Σ. Καραχότζα

«Δε θέλουν ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία οι τοπικοί παράγοντες»


Στην Ξάνθη βρέθηκε τις προηγούμενες μέρες ο πρώην ειδικός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και επίκουρος καθηγητής του Παντείου πανεπιστημίου, κύριος Άγγελος Συρίγος, ο οποίος σχολιάζοντας για λογαριασμό του Καναλιού 6 και της εφημερίδας Τόλμη της Θράκης τις πρόσφατες ανακοινώσεις της κυρίας Άννας Διαμαντοπούλου περί εισαγωγής της τουρκικής γλώσσας και στα νηπιαγωγεία των μουσουλμανικών οικισμών της περιοχής, τόνισε πως αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο λάθος ενώ παράλληλα επέρριψε για το θέμα αυτό ευθύνες τόσο σε δημοτικά και νομαρχιακά στελέχη όσο και σε παράγοντες της ίδιας της μουσουλμανικής μειονότητας.

Παρά τις προσπάθειες της προηγούμενης κυβέρνησης επί υπουργίας Ευριπίδη Στυλιανίδη στο υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για ίδρυση και λειτουργία ελληνόφωνων δημοτικών σχολείων στα χωριά της ορεινής Ξάνθης, η τωρινή κυβέρνηση όχι μόνο δε φαίνεται να έχει τη διάθεση να ολοκληρώσει το εγχείρημα αυτό αλλά πρόσφατα, δια στόματος Άννας Διαμαντοπούλου, ανακοίνωσε και επίσημα την πρόθεσή της να εισάγει και στα νηπιαγωγεία που φοιτούν μουσουλμανόπαιδα την τουρκική γλώσσα καθώς ήδη, τόσο η ίδια όσο και οι συνεργάτες της, βρίσκονται στην αναζήτηση τρόπου για τη δημιουργία και δίγλωσσων πλέον νηπιαγωγείων για τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας. Από τη μεριά του ο πρώην ειδικός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Άγγελος Συρίγγος, ο οποίος τις μέρες αυτές βρέθηκε στην πόλη μας, επεσήμανε για άλλη μια φορά την ανάγκη της παρουσίας δίπλα στον κάθε νηπιαγωγό ενός ανθρώπου που να ομιλεί τη γλώσσα του κάθε οικισμού ώστε να βοηθήσει στην πιο εύκολη και ομαλή ένταξη των μουσουλμάνων μαθητών τόσο στο σχολικό περιβάλλον όσο και στην ίδια την κοινωνία.

Άγ. Συρίγος – Επίκουρος καθηγητής Παντείου πανεπιστημίου

«Κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο υπουργείο Παιδείας δημιουργήθηκαν περίπου 70 νηπιαγωγεία σε μειονοτικές περιοχές. Η θέση μας ήταν και εξακολουθεί να είναι πως δίπλα στον ελληνόφωνο νηπιαγωγό πρέπει να υπάρχει και ένας νηπιαγωγός που να μπορεί να ομιλεί τη γλώσσα του συγκεκριμένου χωριού. Αυτό με λίγα λόγια σημαίνει πως αν είναι σε τουρκόφωνες περιοχές θα μιλάει τουρκικά, αν είναι σε πομακόφωνες περιοχές θα μιλάει πομάκικα κι αν είναι σε περιοχές τσιγγάνων θα μιλάει ρομανί.
Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά θα μπορούν να ενσωματωθούν πιο ομαλά, το να εισάγει κανείς υποχρεωτικά για όλους την τουρκική γλώσσα σε όλα τα νηπιαγωγεία είναι κάτι εξίσου εγκληματικό με τη διδασκαλία της τουρκικής η οποία γίνεται εν λευκώ σε όλα τα μειονοτικά χωρία άσχετα με την εθνοτική καταγωγή των κατοίκων τους.»

Όσο για τις προθέσεις της κυρίας Διαμαντοπούλου να εισάγει την τουρκική γλώσσα σε όλα τα νηπιαγωγεία με μουσουλμάνους μαθητές, αυτή, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Συρίγγου πάντα, οφείλεται στις πιέσεις που ασκούν οι δύο μειονοτικοί βουλευτές της κυβέρνησης αλλά και άλλοι παράγοντες της μειονότητας.

«Ας μη γελιόμαστε, το κυβερνών κόμμα έχει δύο μουσουλμάνους βουλευτές, έναν στην Ξάνθη και έναν στην Κομοτηνή, οι οποίοι σίγουρα θα ασκούν πιέσεις. Σαφώς έχουν το βλέμμα τους στραμμένο προς τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές κι οπότε εκτιμώ πως σίγουρα θα θέλουν να χαϊδέψουν κάπου αφτιά. Τώρα ως προς το τι σημαίνει αυτό μακροπρόθεσμα μένει να το δούμε στην πράξη, δηλαδή με τα λόγια κτίζεις ανώγια και κατώγια έλεγαν στο χωριό μου, απομένει να δούμε στην πράξη τι ακριβώς από αυτά που λένε θα δούμε να εφαρμόζονται.
Το βέβαιο είναι πως έχουμε 70 με 75 νηπιαγωγεία σε μειονοτικά χωριά. Τα παιδιά προετοιμάζονται για να ενταχθούν ομαλά στο ελληνικό δημόσιο σχολείο και στην ελληνική κοινωνία κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να απεμπολήσουμε, δε θα πρέπει δηλαδή να γυρίσουμε σε μια περίοδο όπου θα έχουμε μια εκ νέου γκετοποιήση των παιδιών τα οποία είναι σε μειονοτικά χωριά. Έχουμε πλέον βαρεθεί αυτή την ιστορία.»

Σε ότι αφορά τα τέσσερα ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία που ιδρύθηκαν στην ορεινή περιοχή της Ξάνθης από την προηγούμενη κυβέρνηση και τα οποία δε λειτούργησαν ποτέ, ο κύριος Συρίγγος είναι κατηγορηματικός, τονίζοντας πως το πάγωμα του όλου θέματος οφείλεται σε αντιδράσεις δημοτικών και νομαρχιακών παραγόντων οι οποίοι με τη στάση τους αυτή καταδικάζουν τα παιδιά των μουσουλμάνων αναγκάζοντάς τα θέλοντας και μη να επιλέγουν το μειονοτικό δημοτικό σχολείο.

«Είναι αντιδράσεις τοπικών παραγόντων και σε επίπεδο δήμων αλλά και σε επίπεδο νομαρχίας οι οποίες δε θέλουν να προχωρήσει αυτή η ιστορία κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά της ορεινής Ξάνθης που είναι κατά τεκμήριο πομακόφωνα να είναι υποχρεωμένα να πηγαίνουν αποκλειστικά σε μειονοτικό σχολείο. Δεν έχουν άλλη δυνατότητα παρά να διδάσκονται τουρκικά και ελληνικά. Εάν θέλουν να το αποφύγουν αυτό θα πρέπει να βρουν αυτοκίνητο που να τα κατεβάζει καθημερινά στην πόλη της Ξάνθης όπου για να διδαχθούν ελληνικά θα πρέπει να διανύουν κάθε μέρα 60 με 70 χιλιόμετρα.»

Σε ερώτημά μας αν τελικά τα σχολεία αυτά κάποτε θα λειτουργήσουν, ο πρώην ειδικός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ήταν ξεκάθαρος, απαντώντας πως όσο θα υπάρχει στη μέση η ψήφος κανένας τοπικός παράγοντας δε θα τολμήσει να κάνει μια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ προκαλεί αίσθηση η επιμονή του να τονίζει διαρκώς τη συμμετοχή και νομαρχιακών παραγόντων στην αρνητική αυτή στάση ως προς τα ελληνόφωνα δημοτικά σχολεία.

«Οι τοπικοί παράγοντες και δημοτικοί, αλλά τονίζω και νομαρχιακοί, εκτιμούν πολύ το γεγονός ότι έρχονται εκλογές. Φοβούνται πολύ τις ψήφους και δε θέλουν να είναι εκείνοι που θα δημιουργήσουν ελληνόφωνο δημόσιο σχολείο, οπότε τους είναι πρακτικά αδιάφορο αν κάποιο παιδάκι σε ηλικία 6, 7 ή 8 ετών θα πρέπει να διανύει 60 ή 70 χιλιόμετρα τη μέρα για να διδαχθεί την ελληνική γλώσσα σε ένα δημόσιο ελληνόφωνο σχολείο. Δε θέλουν δημόσια ελληνόφωνα σχολεία στην περιοχή τους, τελεία.»

Κλείνοντας, ο κύριος Συρίγος τόνισε πως στην ουσία ο πολιτικός εκείνος που θα αποφασίσει να προχωρήσει στην ίδρυση και λειτουργία ελληνόφωνων δημοτικών σχολείων στους οικισμούς των μουσουλμάνων, δε θα υποστεί κανένα πολιτικό κόστος, αντιθέτως θα έχει πολιτικό όφελος αλλά, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτικοί της Ξάνθης και γενικότερα της Θράκης αντιλαμβάνονται το πολιτικό κόστος, δεν τους επιτρέπει να δουν την πραγματικότητα και να καταλάβουν την αξία μιας τέτοιας κίνησης.

Σ. Καραχότζα